ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΟΛΥΝΘΙΑΚΟΙ
Δημοσθένης
Ὀλυνθιακοί
Μετάφραση-Σχόλια Νικ. Σ. Γκινόπουλος
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Οι Ολυνθιακοί είναι τρεις λόγοι του Δημοσθένους— τρεις εκ των αρίστων του δαιμονίου ρήτορος και των κλασσικών εν γένει λόγων· ωνομάσθησαν δε τοιουτοτρόπως εκ της εν Θράκη πόλεως Ολύνθου, εναντίον της οποίας εξεστράτευσεν ο Φίλιππος. Οι Ολύνθιοι τότε στείλαντες πρέσβεις εις τας Αθήνας εζήτησαν βοήθειαν. Ο Δημοσθένης συνηγόρησε θερμώς υπέρ της αποστολής βοηθείας και εκφωνεί επί τη ευκαιρία ταύτη τους τρεις αυτούς λόγους,
Εν τω Α’ Ολυνθιακώ λέγει ότι ο μεταξύ Ολυνθίων και Φιλίππου πόλεμος είνε μία αρίστη δι’ αυτούς ευκαιρία, της οποίας συμβουλεύει να επωφεληθώσι στέλλοντας αμέσως βοήθειαν προς τους Ολυνθίους· τα δε αναγκαιούντα διά την εκστρατείαν χρήματα υποδεικνύει ότι ευκόλως ηδύναντο να ευρεθούν, αν εγίνετο σκοπιμωτέρα χρήσις των στρατιωτικών χρημάτων, τα οποία εμοιράζοντο ως θεωρικά. Οι Αθηναίοι επείσθησαν και απεφάσισαν να βοηθήσουν, αλλ’ εβράδυνεν να εκτελέσουν τα αποφασισθέντα, αφ’ ενός μεν ένεκα της συνηθισμένης των αδρανείας, αφ’ ετέρου δ’ ένεκα του δισταγμού, τον οποίον ενέβαλλον οι αντίπαλοι του Δημοσθένους εκφοβίζοντες αυτούς περί του δυνατού της επιτυχίας. Τότε ο Δημοσθένης εκφωνεί τον Β’ Ολυνθιακόν, εις τον οποίον αποδεικνύει ότι δεν είνε, όσον νομίζεται, ο Φίλιππος φοβερός και ότι η δύναμις του είνε μάλλον φαινομενική παρά πραγματική. Αλλά πάλιν η έλλειψις χρημάτων καθίστα τας βοηθείας των Αθηναίων ανεπαρκείς· εκτός δε τούτου οι Αθηναίοι μετά την αποστολήν βοηθειών ανεπαύθησαν θεωρούντες βεβαίαν την νίκην. Τούτο όμως εξαναγκάζει τον Δημοσθένην να εκφωνήσει τον Γ’ Ολυνθιακόν, διά του οποίου προτείνει γενναιότερα και ριζικώτερα μέτρα και προσπαθεί, με πολλήν λεπτότητα και ένα ευφυά συνδυασμόν, να προδιαθέση τους Αθηναίους να μεταβάλωσι πάλιν τα θεωρικά εις στρατιωτικά.
Και εστάλησαν μεν επανειλημμέναι βοήθειαι εις τους Ολυνθίους, αλλ’ ούδέν κατώρθωσαν· διότι τω 348 π. Χ. η πόλις εκυριεύθη υπό του πολυμηχάνου Μακεδόνος. Αλλ’ ενώ ο Δημοσθένης με τας ενεργείας του τας πατριωτικάς δεν κατώρθωσε να σώση την Όλυνθον από τους όνυχας του Φιλίππου, έκαμε κάτι τι σπουδαιότερον δι’ αυτήν— κατώρθωσε να της φορέση της Αθανασίας το στέμμα και της Τέχνης την αλουργίδα με τους τρεις αυτούς αθανάτους του λόγους!….
ΝΙΚ. Σ. ΓΚΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Εκδόσεις “ΦΕΞΗ”, Αθήνα 1911(;)
Ὀλυνθιακὸς Αʹ
Μετάφραση-Σχόλια Νικ. Σ. Γκινόπουλος
| Νομίζω, ώ Αθηναίοι, ότι σεις θα επροτιμούσατε να εγίνετο φανερόν εκείνο, το οποίον θα ήτο ωφέλιμον εις την πόλιν μας, περί του ζητήματος αυτού, περί του οποίου την στιγμήν αυτήν σκέπτεσθε (1) — και θα επροτιμούσατε — είμαι βέβαιος περισσότερον από πολλά χρήματα. Αφού λοιπόν το πράγμα είνε έτσι, πρέπει να θέλετε με προθυμίαν να ακούσετε πάντα, όστις θα παρουσιάζετο, διά να σας το φανέρωση· και όχι μόνον τούτο, αφού το ακούσετε, να το παραδεχθήτε, — εκείνο δηλαδή το οποίον έρχεται κανείς επίτηδες να σας ειπή ότι είνε χρήσιμον, αφού προηγουμένως το εσκέφθη — αλλά φρονώ—επειδή είσθε τυχεροί άνθρωποι, — ότι πολλαί γνώμαι συμφέρουσαι ημπορούν να έλθουν έξαφνα εις μερικούς απρομελετήτως διά να τας είπουν, ώστε από όλας τας γνώμας να εκλέξετε ευκόλως εκείνην, η οποία θα είνε η περισσότερον συμφέρουσα εις την πόλιν μας. | [1] ἀντὶ πολλῶν ἄν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, χρημάτων ὑμᾶς ἑλέσθαι νομίζω, εἰ φανερὸν γένοιτο τὸ μέλλον συνοίσειν τῇ πόλει περὶ ὧν νυνὶ σκοπεῖτε. ὅτε τοίνυν τοῦθ᾽ οὕτως ἔχει, προσήκει προθύμως ἐθέλειν ἀκούειν τῶν βουλομένων συμβουλεύειν· οὐ γὰρ μόνον εἴ τι χρήσιμον ἐσκεμμένος ἥκει τις, τοῦτ᾽ ἂν ἀκούσαντες λάβοιτε, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑμετέρας τύχης ὑπολαμβάνω πολλὰ τῶν δεόντων ἐκ τοῦ παραχρῆμ᾽ ἐνίοις ἂν ἐπελθεῖν εἰπεῖν, ὥστ᾽ ἐξ ἁπάντων ῥᾳδίαν τὴν τοῦ συμφέροντος ὑμῖν αἵρεσιν γενέσθαι. |
| Η παρούσα λοιπόν περίστασις και ευκαιρία, ώ άνδρες Αθηναίοι, μόνον που δεν το λέγει—και το λέγει βγάζουσα φωνήν— ότι όχι με μισθωτούς ανθρώπους, αλλά σεις οι ίδιοι πρέπει να πάρετε εις τα χέρια σας τας υποθέσεις των Ολυνθίων, —εάν βέβαια ενδιαφέρεσθε διά την ιδικήν σας σωτηρίαν—την σωτηρίαν της πόλεως· ημείς όμως δεν γνωρίζω ποίαν σκέψιν και διάθεσιν έχομεν διά τας υποθέσεις αυτάς—διατί είμεθα τόσον άτολμοι! — Η ιδική μου όμως γνώμη καθαρά είνε η έξής· να αποφασίσετε τώρα πλέον να βοηθήσετε τους Ολυνθίους και να προετοιμασθήτε όσον ημπορείτε γρηγορώτερα και να τρέξετε εις βοήθειαν οι ίδιοι σεις και όχι με μισθοφόρους, διά να μη πάθετε τα ίδια, τα οποία επάθατε πρωτύτερα· και να στείλετε ακόμη απεσταλμένους, οι οποίοι να αναγγείλουν τας αποφάσεις σας αυτάς και να παρακολουθούν από πλησίον, να παρακολουθούν με προσοχήν την εξέλιξιν των πραγμάτων των Ολυνθίων. | [2] ὁ μὲν οὖν παρὼν καιρός, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μόνον οὐχὶ λέγει φωνὴν ἀφιεὶς ὅτι τῶν πραγμάτων ὑμῖν ἐκείνων αὐτοῖς ἀντιληπτέον ἐστίν, εἴπερ ὑπὲρ σωτηρίας αὐτῶν φροντίζετε· ἡμεῖς δ᾽ οὐκ οἶδ᾽ ὅντινά μοι δοκοῦμεν ἔχειν τρόπον πρὸς αὐτά. ἔστι δὴ τά γ᾽ ἐμοὶ δοκοῦντα, ψηφίσασθαι μὲν ἤδη τὴν βοήθειαν, καὶ παρασκευάσασθαι τὴν ταχίστην ὅπως ἐνθένδε βοηθήσετε (καὶ μὴ πάθητε ταὐτὸν ὅπερ καὶ πρότερον), πρεσβείαν δὲ πέμπειν, ἥτις ταῦτ᾽ ἐρεῖ καὶ παρέσται τοῖς πράγμασιν· |
| Διότι υπάρχει προ πάντων αυτός ο φόβος μήπως —επειδή ο Φίλιππος είνε άνθρωπος, ο οποίος ημπορεί να κάμνη τα πάντα— άνθρωπος πονηρός και είνε φοβερός να μεταχειρίζεται τας περιστάσεις, άλλοτε μεν υποχωρών — όταν η περίστασις το καλή— , άλλοτε δε απειλών —και ευλόγως θα εφαίνετο ότι είνε άξιος να πραγματοποιήση τας απειλάς του—, άλλοτε δε συκοφαντών ημάς προς τους Ολυνθίους ότι δεν ετρέξαμεν προς βοήθειαν των, μήπως μετατρέψη τα πράγματα και συμπαρασύρη με το μέρος του κανένα σπουδαίον ωφέλημα εκ της όλης υποθέσεως των Ολυνθίων (3). | [3] ὡς ἔστι μάλιστα τοῦτο δέος, μὴ πανοῦργος ὢν καὶ δεινὸς ἅνθρωπος πράγμασι χρῆσθαι, τὰ μὲν εἴκων, ἡνίκ᾽ ἂν τύχῃ, τὰ δ᾽ ἀπειλῶν (ἀξιόπιστος δ᾽ ἂν εἰκότως φαίνοιτο ), τὰ δ᾽ ἡμᾶς διαβάλλων καὶ τὴν ἀπουσίαν τὴν ἡμετέραν, τρέψηται καὶ παρασπάσηταί τι τῶν ὅλων πραγμάτων. |
| Αλλά όχι, μη φοβήσθε, ω Αθηναίοι! Διότι εκείνα τα οποία είνε και το δυσκολώτατον να καταπολέμηση κανείς εκ των προσόντων του Φιλίππου —την δραστηριότητα του και την πανουργίαν του— ακριβώς αυτά είνε και πάρα πολύ ωφέλιμα και συμφέροντα διά σας. Και ιδού πώς. Διότι είνε τη αληθεία μέγα πλεονέκτημα, βοηθεί πολύ την ταχυτέραν και επικαιροτέραν ενέργειαν και εκτέλεσιν των πολεμικών επιχειρήσεων το να είνε εκείνος, ένας μόνος, κύριος και εκείνων, τα οποία λέγονται και όσα δεν λέγονται, και να είνε συγχρόνως και στρατηγός και απόλυτος κύριος και ταμίας και να είνε πανταχού παρών εις το στράτευμα· αλλά τούτο πάλιν είνε εναντίον, κάμνει σχεδόν αδύνατον πάσαν κερδοσκοπικήν συμφωνίαν και ανταλλαγήν του Φιλίππου με τους Ολυνθίους — πράγματα τα οποία εκείνος με πολλήν ευχαρίστησιν και ευκολίαν θα έκαμνεν, αν ημπορούσε… | [4] οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἐπιεικῶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦθ᾽ ὃ δυσμαχώτατόν ἐστι τῶν Φιλίππου πραγμάτων, καὶ βέλτιστον ὑμῖν· τὸ γὰρ εἶναι πάντων ἐκεῖνον ἕν᾽ ὄντα κύριον καὶ ῥητῶν καὶ ἀπορρήτων καὶ ἅμα στρατηγὸν καὶ δεσπότην καὶ ταμίαν, καὶ πανταχοῦ αὐτὸν παρεῖναι τῷ στρατεύματι, πρὸς μὲν τὸ τὰ τοῦ πολέμου ταχὺ καὶ κατὰ καιρὸν πράττεσθαι πολλῷ προέχει, πρὸς δὲ τὰς καταλλαγάς, ἃς ἂν ἐκεῖνος ποιήσαιτ᾽ ἄσμενος πρὸς Ὀλυνθίους, ἐναντίως ἔχει. |
| Διότι είνε πλέον ολοφάνερον εις τους Ολυνθίους, ότι τώρα δεν διατρέχουν τον κίνδυνον να χάσουν την δόξαν των, ούτε ένα μέρος της χώρας των είνε πολύ φοβερώτερος ο κίνδυνος—πρόκειται να αναστατωθή η πατρίς των και οι κάτοικοι της να πωληθούν ως δούλοι!…. Και μάλιστα, αφού ηξεύρουν καλά τί έκαμε, ποίαν διαγωγήν έδειξεν ο Φίλιππος εις τους Αμφιπολίτας εκείνους, οι όποιοι του παρέδωκαν την πόλιν των, και εις όσους Πυδναίους έτρεξαν να τον υποδεχθούν (4)· και είνε, καθώς νομίζω, ο τύραννος εις τα δημοκρατικά πολιτεύματα πράγμα το οποίον δεν πρέπει καθόλου να εμπιστεύεται κανείς, και μάλιστα αν έχωσι χώραν γειτονικήν. | [5] δῆλον γάρ ἐστι τοῖς Ὀλυνθίοις ὅτι νῦν οὐ περὶ δόξης οὐδ᾽ ὑπὲρ μέρους χώρας πολεμοῦσιν, ἀλλ᾽ ἀναστάσεως καὶ ἀνδραποδισμοῦ τῆς πατρίδος, καὶ ἴσασιν ἅ τ᾽ Ἀμφιπολιτῶν ἐποίησε τοὺς παραδόντας αὐτῷ τὴν πόλιν καὶ Πυδναίων τοὺς ὑποδεξαμένους· καὶ ὅλως ἄπιστον, οἶμαι, ταῖς πολιτείαις ἡ τυραννίς, ἄλλως τε κἂν ὅμορον χώραν ἔχωσι. |
| Ταύτα λοιπόν επειδή από καιρόν πολύν έχετε εννοήσει, ώ Αθηναίοι, και αφού λάβετε υπ’ όψιν σας όλα τα άλλα, όσα αρμόζει—την δόξαν των προγόνων μας, την αξίαν της πόλεως, τας αδικίας του Φιλίππου και του κινδύνου το μέγεθος—, είμαι της γνώμης ότι πρέπει πρώτον να αποφασίσετε να στείλετε βοήθειαν, και δεύτερον να εξαφθήτε προς εκδίκησιν και απόκρουσιν των αδικιών του Φιλίππου και τρίτον να προσέχετε εις τον πόλεμον— και να προσέχετε τώρα περισσότερον από κάθε άλλην περίστασιν —προθύμως συνεισφέροντες χρήματα και εκστρατεύοντες σεις οι ίδιοι και μη παραλείποντες τίποτε προς επιτυχίαν της εκστρατείας— διότι άλλως δεν σας υπολείπεται τώρα πλέον, όχι μόνον αιτία πραγματική, αλλ’ ούτε και πρόφασις απλή διά πάσαν άρνησίν σας να πράξετε ό,τι πρέπει —ό,τι το καθήκον σας επιβάλλει.. | [6] ταῦτ᾽ οὖν ἐγνωκότας ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τἄλλ᾽ ἃ προσήκει πάντ᾽ ἐνθυμουμένους φημὶ δεῖν ἐθελῆσαι καὶ παροξυνθῆναι καὶ τῷ πολέμῳ προσέχειν εἴπερ ποτὲ καὶ νῦν, χρήματ᾽ εἰσφέροντας προθύμως καὶ αὐτοὺς ἐξιόντας καὶ μηδὲν ἐλλείποντας. οὐδὲ γὰρ λόγος οὐδὲ σκῆψις ἔθ᾽ ὑμῖν τοῦ μὴ τὰ δέοντα ποιεῖν ἐθέλειν ὑπολείπεται. |
| Ναι δεν υπάρχει αιτία, ούτε και πρόφασις, ώ Αθηναίοι, διότι τώρα δα έχει ελθεί, έχει γίνει μόνον του εκείνο το οποίον πάντες προ ολίγου επεθύμουν και εψιθύριζον—ότι δηλαδή πρέπει να κινήσετε εις πόλεμον τους Ολυνθίους προς τον Φίλιππον—και έχει γίνει μάλιστα κατά τον συμφερώτατον διά σας τρόπον. Διότι, εάν μεν πεισθέντες από σας έπαιρναν επάνω τους τον πόλεμον, όντες —καθώς είνε—σύμμαχοι άστατοι, ίσως θα είχαν αποφασίσει να πολεμώσι τον Φίλιππον και να είνε σύμμαχοι σας- αλλά θα .χ. είχαν αποφασίσει μέχρις ενός ορίου και όχι εις πάσαν περίπτωσιν αλλά τώρα— τώρα, που οι Ολύνθιοι μισούσι τον Φίλιππον, διά τας αδικίας τας οποίας έχει κάμει προς αυτούς, είνε φυσικόν—πολύ φυσικόν να διατηρώσι την εναντίον του έχθραν σταθεράν και εξ αιτίας εκείνων τα οποία φοβούνται και εξ αιτίας εκείνων τα οποία έχουν πάθει απ’ αυτόν. | [7] νυνὶ γάρ, ὃ πάντες ἐθρύλουν τέως, Ὀλυνθίους ἐκπολεμῶσαι δεῖν Φιλίππῳ, γέγονεν αὐτόματον, καὶ ταῦθ᾽ ὡς ἂν ὑμῖν μάλιστα συμφέροι. εἰ μὲν γὰρ ὑφ᾽ ὑμῶν πεισθέντες ἀνείλοντο τὸν πόλεμον, σφαλεροὶ σύμμαχοι καὶ μέχρι του ταῦτ᾽ ἂν ἐγνωκότες ἦσαν ἴσως· ἐπειδὴ δ᾽ ἐκ τῶν πρὸς αὑτοὺς ἐγκλημάτων μισοῦσι, βεβαίαν εἰκὸς τὴν ἔχθραν αὐτοὺς ὑπὲρ ὧν φοβοῦνται καὶ πεπόνθασιν ἔχειν. |
| Δεν πρέπει λοιπόν, ώ Αθηναίοι, μίαν τοιαύτην ευκαιρίαν—ευκαιρίαν, η οποία τυχαίως και ανελπίστως σας ήλθε — να την αφήσετε, ούτε πρέπει να πάθετε το ίδιον πάθημα, το οποίον πρωτύτερα πολλές φορές έως τώρα έχετε πάθει. Διότι, εάν ημείς —όταν εγυρίσαμεν εις τας Αθήνας, αφού εβοηθήσαμεν τους Ευβοείς, και παρουσιάσθησαν εις τούτο εδώ το βήμα οι Αμφιπολίται Ιέραξ και Στρατοκλής και προέτρεπον ημάς να πλεύσωμεν και να παραλάβωμεν την πόλιν των — εάν τότε εδείχναμε διά τον εαυτόν μας, διά το συμφέρον μας την ιδίαν προθυμίαν, την οποίαν ακριβώς εδείξαμεν διά την σωτηρίαν των Ευβοέων, θα είχετε τότε την Αμφίπολιν και θα ήσθε απηλλαγμένοι όλων των κατόπιν και των σημερινών φροντίδων και περιπλοκών…. | [8] οὐ δεῖ δὴ τοιοῦτον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, παραπεπτωκότα καιρὸν ἀφεῖναι, οὐδὲ παθεῖν ταὐτὸν ὅπερ ἤδη πολλάκις πρότερον πεπόνθατε. εἰ γάρ, ὅθ᾽ ἥκομεν Εὐβοεῦσιν βεβοηθηκότες καὶ παρῆσαν Ἀμφιπολιτῶν Ἱέραξ καὶ Στρατοκλῆς ἐπὶ τουτὶ τὸ βῆμα, κελεύοντες ἡμᾶς πλεῖν καὶ παραλαμβάνειν τὴν πόλιν, τὴν αὐτὴν παρειχόμεθ᾽ ἡμεῖς ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν προθυμίαν ἥνπερ ὑπὲρ τῆς Εὐβοέων σωτηρίας, εἴχετ᾽ ἂν Ἀμφίπολιν τότε καὶ πάντων τῶν μετὰ ταῦτ᾽ ἂν ἦτ᾽ ἀπηλλαγμένοι πραγμάτων. |
| Αλλά και πάλιν, όταν η Πύδνα και η Ποτείδαια, η Μεθώνη και αι Παγασαί (5) και τα άλλα μέρη — παραλείπω τα ονόματα των, ίνα μη χρονοτριβώ αναφέρων αυτά εν προς εν — ανηγγέλ-λετο εις ημάς ότι πολιορκούνται, εάν, λέγω τότε—προθύμως και όπως έπρεπε—ημείς οι ίδιοι και όχι με μισθοφόρους εβοηθούσα-μεν εν εξ αυτών των μερών— το πρώτον τυχόν, αδιάφορον ποίον—, τώρα ασθενέστερον και πολύ ταπεινότερον θα μετεχειριζόμεθα τον Φίλιππον. Τώρα όμως—διότι παραμελούμεν την εκάστοτε πα-ρουσιαζομένην ευκαιρίαν, τα δε μέλλοντα διότι νομίζομεν ότι μόνα των θα πάνε καλά—ημείς αυτοί εκάμαμε μεγάλον τον Φίλιππον, ώ Αθηναίοι— και τον εκάμαμε τόσον μεγάλον, όσος δεν έγινε κανείς έως τώρα βασιλεύς εν Μακεδονία. Αλλά να! Τώρα που παρουσιάζεται εις την πόλιν μας μία σπουδαία ευκαιρία — και παρουσιάζεται μονάχη της! Δεν την ξεύρετε; Να αυτή των Ολυνθίων! Ευκαιρία, η οποία είνε μεγαλύτερα από όλας τας άλλας, τας πρωτυτερινάς εκείνας ευκαιρίας, τας οποίας αδίκως — ναι αδίκως αφήσαμεν να χαθούν…. | [9] καὶ πάλιν ἡνίκα Πύδνα, Ποτείδαια, Μεθώνη, Παγασαί, τἄλλα, ἵνα μὴ καθ᾽ ἕκαστα λέγων διατρίβω, πολιορκούμεν᾽ ἀπηγγέλλετο, εἰ τότε τούτων ἑνὶ τῷ πρώτῳ προθύμως καὶ ὡς προσῆκεν ἐβοηθήσαμεν αὐτοί, ῥᾴονι καὶ πολὺ ταπεινοτέρῳ νῦν ἂν ἐχρώμεθα τῷ Φιλίππῳ. νῦν δὲ τὸ μὲν παρὸν ἀεὶ προϊέμενοι, τὰ δὲ μέλλοντ᾽ αὐτόματ᾽ οἰόμενοι σχήσειν καλῶς, ηὐξήσαμεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, Φίλιππον ἡμεῖς καὶ κατεστήσαμεν τηλικοῦτον ἡλίκος οὐδείς πω βασιλεὺς γέγονεν Μακεδονίας. νυνὶ δὴ καιρὸς ἥκει τις, οὗτος ὁ τῶν Ὀλυνθίων, αὐτόματος τῇ πόλει, ὃς οὐδενός ἐστιν ἐλάττων τῶν προτέρων ἐκείνων. |
| Και νομίζω, εγώ τουλάχιστον, ώ Αθηναίοι, ότι, εάν κανείς ήθελε γίνει δίκαιος κριτής εκείνων όσα οι θεοί μας έχουν κάμει— αν και πολλά δεν ευρίσκονται—το ομολογώ— εις την κατάστασιν, εις την οποίαν έπρεπε να ευρίσκωνται—, εν τούτοις πρέπει να τους χρεωστή κανείς και δι’ αυτά ακόμη μεγάλην χάριν—και ευλόγως! Διότι ναι μεν εχάσαμεν πολλά εις τον πόλεμον της Αμφιπόλεως, αλλ’ αυτό θα ημπορούσε κανείς — και δικαίως—να το θεωρήση ως αποτέλεσμα της ιδικής μας μάλλον αμελείας, το δε να μη έχωμεν πάθει το πάθημα αυτό προ πολλού, μήτε να μας έχη ξεφυτρώσει καμμία συμμαχία, αντιστάθμισμα των ζημιών αυτών—αν θέλωμεν να κάμωμεν καλήν χρήσιν και της συμμαχίας αυτής— αι αυτό, αν με ερωτούσαν, εγώ τουλάχιστον θα το εθεω-ρούσα—και δεν θα ήμην υπερβολικός —ως ευεργεσίαν, την οποίαν μας εχάρισεν η εύνοια του θεού!…. | [10] καὶ ἔμοιγε δοκεῖ τις ἄν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δίκαιος λογιστὴς τῶν παρὰ τῶν θεῶν ἡμῖν ὑπηργμένων καταστάς, καίπερ οὐκ ἐχόντων ὡς δεῖ πολλῶν, ὅμως μεγάλην ἂν ἔχειν αὐτοῖς χάριν, εἰκότως· τὸ μὲν γὰρ πόλλ᾽ ἀπολωλεκέναι κατὰ τὸν πόλεμον τῆς ἡμετέρας ἀμελείας ἄν τις θείη δικαίως, τὸ δὲ μήτε πάλαι τοῦτο πεπονθέναι πεφηνέναι τέ τιν᾽ ἡμῖν συμμαχίαν τούτων ἀντίρροπον, ἂν βουλώμεθα χρῆσθαι, τῆς παρ᾽ ἐκείνων εὐνοίας εὐεργέτημ᾽ ἂν ἔγωγε θείην. |
| Αλλ’ αυτό, θαρρώ, ότι είνε σχεδόν όμοιον με εκείνο το οποίον συμβαίνει και περί της αποκτήσεως χρημάτων αν δηλαδή κανένας όχι μόνον λάβη από την τύχην, αλλά και διατήρησις όσα λάβη απ’ αυτήν, της χρεωστεί μεγάλην χάριν, εάν όμως τα εξοδιάση —και τα εξοδιάση χωρίς να το καταλάβη, τα εξοδιάση ασκέπτως, αι τότε εξοδεύει συνήθως μαζί με τα χρήματα και την ανάμνησιν της χάριτος—ξεχάνει την χάριν!…. Το ίδιον συμβαίνει και με τας πολιτικάς υποθέσεις, όσοι δεν μετεχειρίσθησαν ορθώς τας περιστάσεις, όχι μόνον δεν ευγνωμονούν, αλλ’ ούτε ενθυμούνται, ότι εκ μέρους του θεού τους συνέβη κάτι τι καλόν διότι το τελευταίον συμβάν χρησιμεύει ως πήχυς, με τον οποίον οι άνθρωποι συγκρίνουν και μετρούν εκείνα τα οποία έγιναν πρωτύτερα— τα περασμένα. Διά τον λόγον αυτόν πρέπει—και πρέπει πάρα πολύ, ώ Αθηναίοι, να φροντίσωμεν περί των υποθέσεων της Ολύνθου ίνα, αφού επανορθώσωμεν αυτάς, αποπλύνωμεν την κακοφημίαν μας δι’ όσα έχομεν πράξει έως τώρα. | [11] ἀλλ᾽, οἶμαι, παρόμοιόν ἐστιν ὅπερ καὶ περὶ τῆς τῶν χρημάτων κτήσεως· ἂν μὲν γάρ, ὅσ᾽ ἄν τις λάβῃ, καὶ σῴσῃ, μεγάλην ἔχει τῇ τύχῃ τὴν χάριν, ἂν δ᾽ ἀναλώσας λάθῃ, συνανήλωσε καὶ τὸ μεμνῆσθαι [τὴν χάριν]. καὶ περὶ τῶν πραγμάτων οὕτως οἱ μὴ χρησάμενοι τοῖς καιροῖς ὀρθῶς, οὐδ᾽ εἰ συνέβη τι παρὰ τῶν θεῶν χρηστὸν μνημονεύουσι· πρὸς γὰρ τὸ τελευταῖον ἐκβὰν ἕκαστον τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται. διὸ καὶ σφόδρα δεῖ τῶν λοιπῶν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φροντίσαι, ἵνα ταῦτ᾽ ἐπανορθωσάμενοι τὴν ἐπὶ τοῖς πεπραγμένοις ἀδοξίαν ἀποτριψώμεθα. |
| Αν δε εγκαταλείψωμεν, ώ Αθηναίοι, και τους ανθρώπους τούτους εδώ—τους Ολυνθίους, και ύστερον εκείνος υποτάξη την Όλυνθον, τότε ας μου είπη καθένας καθαρά, ποίον θα είνε το εμπόδιον, το οποίον θα εμποδίζη πλέον τον Φίλιππον να βαδίση όπου θέλει; Άρα γε συλλογίζεται κανείς από σας, ώ Αθηναίοι, και εξετάζει τον τρόπον, με τον οποίον ο Φίλιππος έχει γίνει μεγάλος, αν και ήτο αδύνατος κατ’ αρχάς; Την πρώτην φοράν κατέλαβε την Αμφίπολιν, κατόπιν την Πύδναν, πάλιν την Ποτείδαιαν, ύστερον πάλιν την Μεθώνην, έπειτα έβαλε το πόδι του εις την Θεσσαλίαν· | [12] εἰ δὲ προησόμεθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ τούτους τοὺς ἀνθρώπους, εἶτ᾽ Ὄλυνθον ἐκεῖνος καταστρέψεται, φρασάτω τις ἐμοὶ τί τὸ κωλῦον ἔτ᾽ αὐτὸν ἔσται βαδίζειν ὅποι βούλεται. ἆρα λογίζεταί τις ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ θεωρεῖ τὸν τρόπον δι᾽ ὃν μέγας γέγονεν ἀσθενὴς ὢν τὸ κατ᾽ ἀρχὰς Φίλιππος; τὸ πρῶτον Ἀμφίπολιν λαβών, μετὰ ταῦτα Πύδναν, πάλιν Ποτείδαιαν, Μεθώνην αὖθις, εἶτα Θετταλίας ἐπέβη· |
| ύστερ’ απ’ αυτά—αφού ετακτοποίησεν όπως ήθελε τας Φεράς, τας Παγασάς και την Μαγνησίαν—ανεχώρησε διευθυνόμενος εις Θράκην έπειτα δε εκεί—αφού άλλους μεν εκ των βασιλέων εξεθρόνισεν, άλλους δε ανέβασεν εις τον θρόνον—ησθένησε· καλλιτερεύσας δε πάλιν δεν έκλινεν εις τεμπελιάν, αλλ’ αμέσως έβαλε χέρι κατά των Ολυνθίων—παραλείπω δε και τας εκστρατείας αυτού εναντίον των Ιλλυριών, εναντίον των Παιάνων και εναντίον του ηγεμόνος των Μολοσσών Αρρύβα, και όπου αλλού ημπορεί κανείς να είπη ότι εξεστράτευσεν. | [13] μετὰ ταῦτα Φεράς, Παγασάς, Μαγνησίαν, πάνθ᾽ ὃν ἐβούλετ᾽ εὐτρεπίσας τρόπον ᾤχετ᾽ εἰς Θρᾴκην· εἶτ᾽ ἐκεῖ τοὺς μὲν ἐκβαλὼν τοὺς δὲ καταστήσας τῶν βασιλέων ἠσθένησε· πάλιν ῥᾴσας οὐκ ἐπὶ τὸ ῥᾳθυμεῖν ἀπέκλινεν, ἀλλ᾽ εὐθὺς Ὀλυνθίοις ἐπεχείρησεν. τὰς δ᾽ ἐπ᾽ Ἰλλυριοὺς καὶ Παίονας αὐτοῦ καὶ πρὸς Ἀρύββαν καὶ ὅποι τις ἂν εἴποι παραλείπω στρατείας. |
| Αλλ’ ημπορεί να μου είπη κανείς από σας: και τί μας τα λέγεις αυτά τώρα; Να, διατί σας τα λέγω· σας τα λέγω, διά να γνωρίσετε, ώ Αθηναίοι, και εννοήσετε τα δύο αυτά πράγματα: πρώτον πόσον είνε ανωφελές και επιζήμιον να παραμελώμεν τας περιστάσεις, που παρουσιάζονται κάθε φοράν, ίνα πολεμήσωμεν τον Φίλιππον επιτυχώς και δεύτερον να παραμελώμεν την πολυ-πραγμοσύνην, την οποίαν μεταχειρίζεται και την οποίαν έχει αχώριστον σύντροφον ο Φίλιππος, και ένεκα της οποίας είνε αδύνατον να ησυχάση, αρκεσθείς εις όσα έχει κάμει. Κυττάξατε δε καλά να ιδήτε εις ποίον σημείον υπάρχει ελπίς να φθάση η κατάστασις αυτή, εάν εκείνος μεν είνε αποφασισμένος να προσπαθή να κατορθώνη πάντοτε κάτι τι ανώτερον εκείνων, τα οποία έχει κατορθώσει, σείς δε πάλιν είσθε αποφασισμένοι να μη αναλαμβάνετε καμμίαν υπόθεσιν με δύναμιν, με σθένος!… Πού θα φθάση; | [14] τί οὖν, ἄν τις εἴποι, ταῦτα λέγεις ἡμῖν νῦν; ἵνα γνῶτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ αἴσθησθ᾽ ἀμφότερα, καὶ τὸ προΐεσθαι καθ᾽ ἕκαστον ἀεί τι τῶν πραγμάτων ὡς ἀλυσιτελές, καὶ τὴν φιλοπραγμοσύνην ᾗ χρῆται καὶ συζῇ Φίλιππος, ὑφ᾽ ἧς οὐκ ἔστιν ὅπως ἀγαπήσας τοῖς πεπραγμένοις ἡσυχίαν σχήσει. εἰ δ᾽ ὁ μὲν ὡς ἀεί τι μεῖζον τῶν ὑπαρχόντων δεῖ πράττειν ἐγνωκὼς ἔσται, ἡμεῖς δ᾽ ὡς οὐδενὸς ἀντιληπτέον ἐρρωμένως τῶν πραγμάτων, σκοπεῖσθ᾽ εἰς τί ποτ᾽ ἐλπὶς ταῦτα τελευτῆσαι. |
| Διά το όνομα των θεών! ποιός από σας είνε τόσον αφελής και απονήρευτος, ώστε να αγνοή, ότι, αν φανώμεν αμελείς, ο εν τη Ολύνθω πόλεμος θα φθάση από εκεί εδώ—εις την Αττικήν; Αλλ’ όμως, αν αμελήσωμεν και έτσι φθάση εδώ ο πόλεμος φοβούμαι, ώ Αθηναίοι, μήπως το πάθωμεν απαράλλαχτα καθώς οι δανειζόμενοι απερισκέπτως με τους γνωστούς μεγάλους τόκους, οι οποίοι, αφού επ’ ολίγον χρόνον έχουν άφθονα τα μέσα, έπειτα άνουν και τα κεφάλαια των! Έτσι και ημείς—αν προς μεγάλην μας ζημίαν φανώμεν αμελείς χάριν της ησυχίας μας και επειδή τα ζητούμεν όλα προς ευχαρίστησιν—φοβούμαι μήπως ύστερα έλθωμεν εις την ανάγκην να κάμνωμεν πολλά και βαρέα— βαρύτερα εκείνων τα οποία δεν ηθέλαμεν και μήπως κινδυνεύσωμεν ακόμη περί των πραγμάτων της χώρας αυτής—περί της Αττικής!…. | [15] πρὸς θεῶν, τίς οὕτως εὐήθης ἐστὶν ὑμῶν ὅστις ἀγνοεῖ τὸν ἐκεῖθεν πόλεμον δεῦρ᾽ ἥξοντα, ἂν ἀμελήσωμεν; ἀλλὰ μήν, εἰ τοῦτο γενήσεται, δέδοικ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὴ τὸν αὐτὸν τρόπον ὥσπερ οἱ δανειζόμενοι ῥᾳδίως ἐπὶ τοῖς μεγάλοις [τόκοις] μικρὸν εὐπορήσαντες χρόνον ὕστερον καὶ τῶν ἀρχαίων ἀπέστησαν, οὕτω καὶ ἡμεῖς [ἂν] ἐπὶ πολλῷ φανῶμεν ἐρρᾳθυμηκότες, καὶ ἅπαντα πρὸς ἡδονὴν ζητοῦντες πολλὰ καὶ χαλεπὰ ὧν οὐκ ἐβουλόμεθ᾽ ὕστερον εἰς ἀνάγκην ἔλθωμεν ποιεῖν, καὶ κινδυνεύσωμεν περὶ τῶν ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ. |
| Αλλ’ ίσως μου είπη πάλιν κανείς από σας, ότι το να επιτιμά κανείς είνε εύκολον πράγμα και ημπορεί να το κάμνη καθένας, το έργον όμως του δημοσίου συμβούλου είνε άλλο· το έργον του συμβούλου είνε τούτο—να δίδη δηλαδή γνώμην τί πρέπει να πράττωμεν περί των εκάστοτε παρουσιαζομένων ζητημάτων.Εγώ δε, ώ Αθηναίοι, αν και ηξεύρω καλώς το εξής, ότι δηλαδή σεις πολλάκις, εάν καμμία υπόθεσις λάβη έκβασιν κακήν, δεν οργίζε-σθε εναντίον των αιτίων, αλλά εναντίον εκείνων, οι οποίοι ωμίλησαν τελευταίοι περί της υποθέσεως εκείνης, εν τούτοις όμως φρονώ, ότι δεν πρέπει, φροντίζων περί της ατομικής μου ασφαλείας, να μαζεύσω την γλώσσαν μου και να κρύψω εκ φόβου την γνώμην μου περί των ζητημάτων εκείνων, τα οποία νομίζω ότι είνε συμφέροντα εις σας. | [16] τὸ μὲν οὖν ἐπιτιμᾶν ἴσως φήσαι τις ἂν ῥᾴδιον καὶ παντὸς εἶναι, τὸ δ᾽ ὑπὲρ τῶν παρόντων ὅ τι δεῖ πράττειν ἀποφαίνεσθαι, τοῦτ᾽ εἶναι συμβούλου. ἐγὼ δ᾽ οὐκ ἀγνοῶ μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦθ᾽ ὅτι πολλάκις ὑμεῖς οὐ τοὺς αἰτίους, ἀλλὰ τοὺς ὑστάτους περὶ τῶν πραγμάτων εἰπόντας ἐν ὀργῇ ποιεῖσθε, ἄν τι μὴ κατὰ γνώμην ἐκβῇ· οὐ μὴν οἶμαι δεῖν τὴν ἰδίαν ἀσφάλειαν σκοποῦνθ᾽ ὑποστείλασθαι περὶ ὧν ὑμῖν συμφέρειν ἡγοῦμαι. |
| Υποστηρίζω λοιπόν ότι κατά δύο τρόπους πρέπει να βοηθήσετε την Ολυνθιακήν υπόθεσιν, αφ’ ενός μεν προσπαθούντες να διαφυλάξετε τας πόλεις της Χαλκιδικής χερσονήσου—και να τας διαφυλάξετε χάριν των Ολυνθίων, με τους οποίους είνε σύμμαχοι—στέλλοντες προς τον σκοπόν αυτόν τους απαιτουμένους στρατιώτας, όπως κάμωσι το έργον τούτο· αφ’ ετέρου δε κακοποιούντες την χώραν του Φιλίππου και διά πολεμικών πλοίων και δι’ άλλων στρατιωτών—διαφορετικών από τους πρώτους· | [17] φημὶ δὴ διχῇ βοηθητέον εἶναι τοῖς πράγμασιν ὑμῖν, τῷ τε τὰς πόλεις τοῖς Ὀλυνθίοις σῴζειν καὶ τοὺς τοῦτο ποιήσοντας στρατιώτας ἐκπέμπειν, καὶ τῷ τὴν ἐκείνου χώραν κακῶς ποιεῖν καὶ τριήρεσι καὶ στρατιώταις ἑτέροις· |
| εάν όμως παραμελήσετε εν εκ των δύο τούτων, φοβούμαι μήπως η εκστρατεία σας γίνη αδίκως, αποβή ματαία…. Και ιδού διατί· διότι, εάν μόνον σεις αρκεσθήτε να κακοποιήσετε την χώραν του, αυτός, εάν υπομείνη τούτο, θα κατορθώση να λάβη με το μέρος του την Όλυνθον και έπειτα, αφού έλθη εις την ιδικήν του χώραν, ευκόλως θα σας αποκρούση· εάν πάλιν σεις τρέξετε εις βοήθειαν της Ολύνθου μόνον, τότε ο Φίλιππος, επειδή θα βλέπη ότι τα πράγματα της πατρίδος του δεν διατρέχουσι κανένα κίνδυνον, θα επιμείνη εις την πολιορκίαν της Ολύνθου και θα κάθεται πλησίον της παραφυλάττων μέχρις ότου με τον καιρόν υπερισχύση των πολιορκουμένων και καταβάλη αυτούς. Δι’ όλα λοιπόν αυτά πρέπει η βοήθεια, η οποία θα σταλή εις τους Ολυνθίους, να είνε και πολλή και διπλή. | [18] εἰ δὲ θατέρου τούτων ὀλιγωρήσετε, ὀκνῶ μὴ μάταιος ἡμῖν ἡ στρατεία γένηται. εἴτε γὰρ ὑμῶν τὴν ἐκείνου κακῶς ποιούντων, ὑπομείνας τοῦτ᾽ Ὄλυνθον παραστήσεται, ῥᾳδίως ἐπὶ τὴν οἰκείαν ἐλθὼν ἀμυνεῖται· εἴτε βοηθησάντων μόνον ὑμῶν εἰς Ὄλυνθον, ἀκινδύνως ὁρῶν ἔχοντα τὰ οἴκοι, προσκαθεδεῖται καὶ προσεδρεύσει τοῖς πράγμασι, περιέσται τῷ χρόνῳ τῶν πολιορκουμένων. δεῖ δὴ πολλὴν καὶ διχῇ τὴν βοήθειαν εἶναι. |
| Και όσον μεν αφορά την βοήθειαν, αυτήν την γνώμην έχω — την οποίαν σας εξέθεσα· όσον δε αφορά διά την εξεύρεσιν των απαιτουμένων χρημάτων, έχετε σεις, ώ άνδρες Αθηναίοι, χρήματα στρατιωτικά (6) —, και έχετε τόσα, όσα δεν έχει καμμία άλλη πόλις· τα χρήματα δε αυτά σεις τα παίρνετε έτσι— όπως θέλετε…. Εάν λοιπόν τα χρήματα αυτά τα δώσετε πάλιν εις τους εκστρατεύοντας— εις τους οποίους ανήκον από αρχαίαν εποχήν —, δεν έχετε ανάγκην πλέον άλλων χρημάτων, εάν όμως δεν τα δώσετε, τότε έχετε ανάγκην χρημάτων ή καλύτερα σας λείπει ολόκληρον το ποσόν, το οποίον θα χρειασθή διά την εκστρατείαν…. “Τί μας λέγεις λοιπόν— θα ημπορούσε κανείς να μου είπη— “συ προτείνεις τα θεωρικά να γίνουν στρατιωτικά;” Εις τον θεόν μου όχι! δεν προτείνω τέτοιο πράγμα…. | [19] καὶ περὶ μὲν τῆς βοηθείας ταῦτα γιγνώσκω· περὶ δὲ χρημάτων πόρου, ἔστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, χρήμαθ᾽ ὑμῖν, ἔστιν ὅσ᾽ οὐδενὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων [στρατιωτικά]· ταῦτα δ᾽ ὑμεῖς οὕτως ὡς βούλεσθε λαμβάνετε. εἰ μὲν οὖν ταῦτα τοῖς στρατευομένοις ἀποδώσετε, οὐδενὸς ὑμῖν προσδεῖ πόρου, εἰ δὲ μή, προσδεῖ, μᾶλλον δ᾽ ἅπαντος ἐνδεῖ τοῦ πόρου. ‘τί οὖν;’ ἄν τις εἴποι, ‘σὺ γράφεις ταῦτ᾽ εἶναι στρατιωτικά’ μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε. |
| Ναι, εγώ δεν προτείνω, αλλά φρονώ ότι πρέπει να κάμετε στρατιώτας και τα χρήματα αυτά να είνε στρατιωτικά και να ορισθώσι τοιουτοτρόπως τα πράγματα διά νόμου, ώστε όσοι λαμβάνουν χρήματα να κάμνουν ό,τι πρέπει να κάμνουν— το καθήκόν των σείς δε τί φρονείτε; φρονείτε ότι πρέπει να παίρνετε τα χρήματα— τα στρατιωτικά, έτσι χωρίς έργα—στα τυφλά, διά να τα εξοδεύετε εις τας εορτάς; Τότε λοιπόν νομίζω ότι δεν υπολείπεται άλλο τι παρά να συνεισφέρετε όλοι εξ ίδιων το ανάλογον σας— και να συνεισφέρετε πολλά, αν χρειασθούν πολλά ή ολίγα, αν χρειασθούν ολίγα. Δεν ηξεύρω τί θα αποφασίσετε, ώ Αθηναίοι— να συνεισφέρετε σεις, ή να μετατρέψετε τα θεωρικά εις στρατιωτικά, αλλ’ ότι δήποτε και αν αποφασίσετε, τούτο μόνον ηξεύρω, ότι έχομεν ανάγκην χρημάτων και χωρίς χρήματα δεν είνε δυνατόν να γίνη τίποτε από όσα χρειάζονται. Άλλοι προτείνουν και άλλα μέσα ευρέσεως χρημάτων· αυτό μου είνε αδιάφορον! Σεις εκλέξατε εκείνο το μέσον, το οποίον φαίνεται ότι σας συμφέρει καλύτερον και φροντίσατε περί των πραγμάτων της Ολύνθου και των Αθηνών συγχρόνως, εφ’ όσον υπάρχει καιρός… | [20] ἐγὼ μὲν γὰρ ἡγοῦμαι στρατιώτας δεῖν κατασκευασθῆναι [καὶ ταῦτ᾽ εἶναι στρατιωτικὰ] καὶ μίαν σύνταξιν εἶναι τὴν αὐτὴν τοῦ τε λαμβάνειν καὶ τοῦ ποιεῖν τὰ δέοντα, ὑμεῖς δ᾽ οὕτω πως ἄνευ πραγμάτων λαμβάνειν εἰς τὰς ἑορτάς. ἔστι δὴ λοιπόν, οἶμαι, πάντας εἰσφέρειν, ἂν πολλῶν δέῃ, πολλά, ἂν ὀλίγων, ὀλίγα. δεῖ δὲ χρημάτων, καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν ἔστι γενέσθαι τῶν δεόντων. λέγουσι δὲ καὶ ἄλλους τινὰς ἄλλοι πόρους, ὧν ἕλεσθ᾽ ὅστις ὑμῖν συμφέρειν δοκεῖ· καὶ ἕως ἐστὶ καιρός, ἀντιλάβεσθε τῶν πραγμάτων. |
| Αλλ’ αξίζει τον κόπον να βάλετε εις τον νουν σας και να κρίνετε εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται την στιγμήν αυτήν αι υπο-θέσεις του Φιλίππου. Αι υποθέσεις αυταί μη νομίσετε ότι ευρίσκονται σήμερον εις τόσον καλήν κατάστασιν, δεν είνε τόσον συ-γυρισμέναι—όσον θα ενόμιζε κανείς ή και όσον θα έλεγεν, εάν δεν τας εξήταζε με ακρίβειαν— αλλ’ ούτε και εις καλλίστην κατάστασιν ευρίσκονται· και ούτε θα επεχείρει ποτέ τον εναντίον της Ολύνθου πόλεμον ο Φίλιππος, εάν ενόμιζεν ότι θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να πολεμήση, αλλ’ ήλπιζεν ο άνθρωπος τότε ότι με πρώτην έφοδον θα την σηκώση από τη μέση— θα γίνη εντελώς κύριος της Ολύνθου! Αλλ’ ατυχώς εβγήκεν έπειτα γελασμένος!.. Αυτή λοιπόν είνε η πρώτη αιτία, η οποία τον ταράσσει—και τον ταράσσει, διότι έγινε το εναντίον από ό,τι ήθελε— και του φέρει πολλήν λύπην και στενοχωρίαν, η δε δευτέρα αιτία είνε οι Θεσσαλοί! | [21] ἄξιον δ᾽ ἐνθυμηθῆναι καὶ λογίσασθαι τὰ πράγματ᾽ ἐν ᾧ καθέστηκε νυνὶ τὰ Φιλίππου. οὔτε γάρ, ὡς δοκεῖ καὶ φήσειέ τις ἂν μὴ σκοπῶν ἀκριβῶς, εὐτρεπῶς οὐδ᾽ ὡς ἂν κάλλιστ᾽ αὐτῷ τὰ παρόντ᾽ ἔχει, οὔτ᾽ ἂν ἐξήνεγκε τὸν πόλεμόν ποτε τοῦτον ἐκεῖνος, εἰ πολεμεῖν ᾠήθη δεήσειν αὐτόν, ἀλλ᾽ ὡς ἐπιὼν ἅπαντα τότ᾽ ἤλπιζε τὰ πράγματ᾽ ἀναιρήσεσθαι, κᾆτα διέψευσται. τοῦτο δὴ πρῶτον αὐτὸν ταράττει παρὰ γνώμην γεγονὸς καὶ πολλὴν ἀθυμίαν αὐτῷ παρέχει, εἶτα τὰ τῶν Θετταλῶν. |
| Διότι τους ανθρώπους αυτούς δεν ημπορεί κανείς— όπως άλλως τε είνε πασίγνωστον—να τους εμπιστευθή, να τους δώση πίστι — και είνε τοιούτοι εκ φύσεως και πάντοτε και εις όλους τους ανθρώπους· πολύ δε περισσότερον—όπως και ήσαν έτσι— θα είνε τώρα εις αυτόν εδώ τον Φίλιππον. Διότι και τας Παγασάς (7) έχουν αποφασίσει να ζητήσουν πάλιν από αυτόν και την Μαγνησίαν (8) έχουν εμποδίσει από του να περιτειχίζη· εγώ μάλιστα ήκουσα από μερικούς να λέγουν, ότι δεν θα επιτρέψουν πλέον να εξακολουθήση να καρπούται τα εισοδήματα ούτε των λιμένων ούτε των αγορών αλλ’ ότι έπρεπε να χρησιμεύσουν τα χρήματα αυτά εις έξοδα της διοικήσεως του συνδέσμου των Θεσσαλικών πόλεων, και όχι να τα παίρνη ο Φίλιππος. Εαν δε ούτος στερηθή τα χρήματα αυτά, θα ευρεθή εις πολύ στενόχωρον θέσιν— θα δυσχολευθή μεγάλως να συντηρήση τα μισθοφορικά του στρατεύματα. | [22] ταῦτα γὰρ ἄπιστα μὲν ἦν δήπου φύσει καὶ ἀεὶ πᾶσιν ἀνθρώποις, κομιδῇ δ᾽, ὥσπερ ἦν, καὶ ἔστι νῦν τούτῳ. καὶ γὰρ Παγασὰς ἀπαιτεῖν αὐτόν εἰσιν ἐψηφισμένοι, καὶ Μαγνησίαν κεκωλύκασι τειχίζειν. ἤκουον δ᾽ ἔγωγέ τινων, ὡς οὐδὲ τοὺς λιμένας καὶ τὰς ἀγορὰς ἔτι δώσοιεν αὐτῷ καρποῦσθαι· τὰ γὰρ κοινὰ τὰ Θετταλῶν ἀπὸ τούτων δέοι διοικεῖν, οὐ Φίλιππον λαμβάνειν. εἰ δὲ τούτων ἀποστερήσεται τῶν χρημάτων, εἰς στενὸν κομιδῇ τὰ τῆς τροφῆς τοῖς ξένοις αὐτῷ καταστήσεται. |
| Αλλ’ προς τούτοις και οι Παίονες και οι Ιλλυριοί και εν γένει όλοι οι υπήκοοι του Φιλίππου— Θράκες, Ηπειρώται και άλλοι, δεν πρέπει να νομίζη κανείς ότι ευχαριστότερον θα ήθελον να ζουν με τους νόμους των και να μη υπακούουν εις κανένα, παρά να είνε σκλάβοι, αφού άλλως και ασυνήθιστοι είνε να υπακούουν δουλικώς εις κανένα· ο άνθρωπος αυτός είνε —καθώς λέγουν— αυθάδης και υπερήφανος. Και μα τον θεόν δεν είνε διόλου απίστευτον να είνε τέτοιος· διότι το να ευτυχή κανείς —χωρίς να το αξίζη— γίνεται εις τους ανοήτους ανθρώπους αφορμή να σκέπτωνται όχι λογικά και μέτρια, αλλά να παίρνουν τα μυαλά των αέρα· και δι’ αυτό ακριβώς πολλάς φοράς φαίνεται ότι είνε δυσκολώτερον πράγμα να διαφυλάξη κανείς τα αγαθά παρά να αποκτήση νέα…. | [23] ἀλλὰ μὴν τόν γε Παίονα καὶ τὸν Ἰλλυριὸν καὶ ἁπλῶς τούτους ἅπαντας ἡγεῖσθαι χρὴ αὐτονόμους ἥδιον ἂν καὶ ἐλευθέρους ἢ δούλους εἶναι· καὶ γὰρ ἀήθεις τοῦ κατακούειν τινός εἰσι, καὶ ἅνθρωπος ὑβριστής, ὥς φασιν. καὶ μὰ Δί᾽ οὐδὲν ἄπιστον ἴσως· τὸ γὰρ εὖ πράττειν παρὰ τὴν ἀξίαν ἀφορμὴ τοῦ κακῶς φρονεῖν τοῖς ἀνοήτοις γίγνεται· διόπερ πολλάκις δοκεῖ τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι. |
| Πρέπει λοιπόν σεις, ώ Αθηναίοι, την κακήν περίστασιν εκείνου να την θεωρήσετε ευκαιρίαν ιδικήν σας και να αναλάβετε το βάρος του πολέμου μαζί με τους Ολυνθίους και να στείλετε πρέσβεις εις όσα μέρη πρέπει και να εκστρατεύσετε σεις οι ίδιοι— και όχι με ξένους μισθοφόρους—και να παρακινήσετε όλους τους άλλους ανεξαιρέτως —όχι μόνον Θεσσαλούς, Παίονας, Ιλλυριούς, αλλά και όλους τους Έλληνας· και λάβετε υπ’ όψιν ότι, εάν ο Φίλιππος ήθελεν επιτύχει τοιαύτην ευκαιρίαν εναντίον μας, οποίαν έχετε σεις τώρα εναντίον εκείνου, και εγίνετο πόλεμος εις την Αττικήν, με πόσην —ω με πόσην προθυμίαν θα ήρχετο αυτός εναντίον σας! Ποιός ημπορεί να το φαντασθή!… Και αφού είνε έτσι δεν εντρέπεσθε, αν, ενώ έχετε καιρόν, δεν θα έχετε την τόλμην— όχι μεγαλύτερα, αλλά τουλάχιστον μήτε αυτά να κάμετε, τα οποία ηθέλατε πάθει, αν θα ημπορούσε εκείνος; | [24] δεῖ τοίνυν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν ἀκαιρίαν τὴν ἐκείνου καιρὸν ὑμέτερον νομίσαντας ἑτοίμως συνάρασθαι τὰ πράγματα, καὶ πρεσβευομένους ἐφ᾽ ἃ δεῖ καὶ στρατευομένους αὐτοὺς καὶ παροξύνοντας τοὺς ἄλλους ἅπαντας, λογιζομένους, εἰ Φίλιππος λάβοι καθ᾽ ἡμῶν τοιοῦτον καιρὸν καὶ πόλεμος γένοιτο πρὸς τῇ χώρᾳ, πῶς ἂν αὐτὸν οἴεσθ᾽ ἑτοίμως ἐφ᾽ ὑμᾶς ἐλθεῖν; εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνεσθε, εἰ μηδ᾽ ἃ πάθοιτ᾽ ἄν, εἰ δύναιτ᾽ ἐκεῖνος, ταῦτα ποιῆσαι καιρὸν ἔχοντες οὐ τολμήσετε; |
| Αλλ’ ακόμη μήτε τούτο, ώ άνδρες Αθηναίοι, ας μη σας διαφεύγη, ότι δηλαδή σεις τώρα πρόκειται να εκλέξητε εν εκ των δύο: ή σεις να πολεμήσετε εκεί επάνω, ή εκείνος να πολεμήση πλησίον της ιδικής σας χώρας. Διότι, εάν μεν αντέχουν οι Ολύνθιοι, σεις θα πολεμήσετε εκεί και θα βλάψετε την χώραν του, αφόβως καρπούμενοι τας κτήσεις σας και την πατρικήν ταύτην χώραν σας· αν όμως ο Φίλιππος καταλάβη την Όλυνθον, ποίος θα τον εμποδίση ενώ θα βαδίζη προς τα εδώ; Οι Θηβαίοι θα τον εμποδίσουν; | [25] ἔτι τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μηδὲ τοῦθ᾽ ὑμᾶς λανθανέτω, ὅτι νῦν αἵρεσίς ἐστιν ὑμῖν πότερ᾽ ὑμᾶς ἐκεῖ χρὴ πολεμεῖν ἢ παρ᾽ ὑμῖν ἐκεῖνον. ἐὰν μὲν γὰρ ἀντέχῃ τὰ τῶν Ὀλυνθίων, ὑμεῖς ἐκεῖ πολεμήσετε καὶ τὴν ἐκείνου κακῶς ποιήσετε, τὴν ὑπάρχουσαν καὶ τὴν οἰκείαν ταύτην ἀδεῶς καρπούμενοι· ἂν δ᾽ ἐκεῖνα Φίλιππος λάβῃ, τίς αὐτὸν κωλύσει δεῦρο βαδίζειν; Θηβαῖοι; |
| φοβούμαι μήπως είνε πολύ πικρόν να είπω, ότι όχι μόνον δεν θα τον εμποδίσουν, αλλά και προθύμως θα εισβάλωσι μαζί του εις την χώραν μας! Αλλά οι Φωκείς θα τον εμποδίσουν; οι οποίοι χωρίς την ιδικήν σας βοήθειαν ούτε την πατρίδα των δεν είνε ικανοί να φυλάξουν; Ή κανείς άλλος; Αλλά, φίλε μου, δεν θα θελήση ο Φίλιππος να βαδίση προς τα εδώ. Διότι θα ήτο εν από τα παραλογώτερα πράγματα, εάν ημπορούσε να κατορθώση όσα τώρα διατυμπανίζει και φλυαρεί, αν και με αυτά που λέγει κατακρίνεται ως ανόητος και αλαζών. | [26] μὴ λίαν πικρὸν εἰπεῖν ᾖ– καὶ συνεισβαλοῦσιν ἑτοίμως. ἀλλὰ Φωκεῖς; οἱ τὴν οἰκείαν οὐχ οἷοί τε ὄντες φυλάττειν, ἐὰν μὴ βοηθήσηθ᾽ ὑμεῖς. ἢ ἄλλος τις; ἀλλ᾽, ὦ τᾶν, οὐχὶ βουλήσεται. τῶν ἀτοπωτάτων μέντἂν εἴη, εἰ ἃ νῦν ἄνοιαν ὀφλισκάνων ὅμως ἐκλαλεῖ, ταῦτα δυνηθεὶς μὴ πράξει. |
| Αλλ’ όμως πόση είνε η διαφορά του εσωτερικού από τον εξωτερικόν πόλεμον, είνε τόσον το πράγμα φανερόν, ώστε νομίζω ότι ούτε λέξις δεν χρειάζεται να προστεθή. Διότι, αν παραστή ανάγκη σεις οι ίδιοι θα μείνετε στρατοπεδεύοντες έξω από την πόλιν—όχι πολλάς, αλλά τριάκοντα μόνας ημέρας, και να λαμβάνετε εκ των προϊόντων της χώρας όσα χρειάζονται, ζώντες ως στρατιώται, χωρίς δηλαδή να είνε εντός της χώρας κανείς εχθρός, εγώ νομίζω ότι οι γεωργοί και οι κτηματίαι θα ζημιωθούν περισσότερα από όσα έχετε εξοδεύσει εις όλον τον μέχρι της εποχής αυτής χρόνον, Αν δε έλθη δα και κανείς πόλεμος, πόσα σας περνά ιδέα ότι θα ζημιωθήτε; Αλλά μήπως θα είνε μόνη η ζημία ή που θα προστεθή η περιφρόνησις των εχθρών, αλλ’ ακόμη και η εντροπή διά τας πράξεις μας—ζημία μεγαλυτέρα από κάθε άλλην, τουλάχιστον διά τους φρονίμους ανθρώπους; | [27] ἀλλὰ μὴν ἡλίκα γ᾽ ἐστὶν τὰ διάφορ᾽ ἐνθάδ᾽ ἢ ἐκεῖ πολεμεῖν, οὐδὲ λόγου προσδεῖν ἡγοῦμαι. εἰ γὰρ ὑμᾶς δεήσειεν αὐτοὺς τριάκονθ᾽ ἡμέρας μόνας ἔξω γενέσθαι, καὶ ὅσ᾽ ἀνάγκη στρατοπέδῳ χρωμένους τῶν ἐκ τῆς χώρας λαμβάνειν, μηδενὸς ὄντος ἐν αὐτῇ πολεμίου λέγω, πλείον᾽ ἂν οἶμαι ζημιωθῆναι τοὺς γεωργοῦντας ὑμῶν ἢ ὅσ᾽ εἰς ἅπαντα τὸν πρὸ τοῦ πόλεμον δεδαπάνησθε. εἰ δὲ δὴ πόλεμός τις ἥξει, πόσα χρὴ νομίσαι ζημιώσεσθαι; καὶ πρόσεσθ᾽ ἡ ὕβρις καὶ ἔθ᾽ ἡ τῶν πραγμάτων αἰσχύνη, οὐδεμιᾶς ἐλάττων ζημίας τοῖς γε σώφροσιν. |
| Όλα λοιπόν αυτά, όσα απ’ αρχής είπα, αφού όλοι σας λάβετε υπ’ όψιν, τρέξατε προς βοήθειαν της Ολύνθου και απομακρύνατε τον πόλεμον εις την Μακεδονίαν και την Χαλκιδικήν— οι μεν πλούσιοι, ίνα χάριν των πολλών χρημάτων, τα οποία έχουν —και καλά κάνουν και τάχουν!—, ολίγα εξοδεύοντες εξακολουθήσουν να καρπούνται αφόβως τα υπόλοιπα· οι δε έχοντες ηλικίαν διά να υπηρετήσωσιν ως στρατιώται, ίνα, αφού αποκτήσουν την πείραν του πολέμου εκεί εις την χώραν του Φιλίππου, γίνουν έπειτα φοβεροί φρουροί της πατρίδος των, η οποία τότε δεν θα έχη πάθη καμμίαν ζημίαν από εισβολήν εχθρικήν, οι δε ρήτορες —οι σύμβουλοί σας, ίνα ημπορούν ευκόλως να δώσουν λόγον διά τας προτάσεις και τας συμβουλάς των, διότι οποιανδήποτε έκβασιν λάβουν αι υποθέσεις σας, τέτοιοι κριταί θα είσθε και σεις διά τας πράξεις των—και θα είσθε επιεικείς, αν γίνουν καλά, θα είσθε δε αυστηροί, αν γίνουν άσχημα. Εν τούτοις εγώ εύχομαι να λάβουν αισίαν έκβασιν διά το καλόν όλων μας!… | [28] πάντα δὴ ταῦτα δεῖ συνιδόντας ἅπαντας βοηθεῖν καὶ ἀπωθεῖν ἐκεῖσε τὸν πόλεμον, τοὺς μὲν εὐπόρους, ἵν᾽ ὑπὲρ τῶν πολλῶν ὧν καλῶς ποιοῦντες ἔχουσι μίκρ᾽ ἀναλίσκοντες τὰ λοιπὰ καρπῶνται ἀδεῶς, τοὺς δ᾽ ἐν ἡλικίᾳ, ἵνα τὴν τοῦ πολεμεῖν ἐμπειρίαν ἐν τῇ Φιλίππου χώρᾳ κτησάμενοι φοβεροὶ φύλακες τῆς οἰκείας ἀκεραίου γένωνται, τοὺς δὲ λέγοντας, ἵν᾽ αἱ τῶν πεπολιτευμένων αὐτοῖς εὔθυναι ῥᾴδιαι γένωνται, ὡς ὁποῖ᾽ ἄττ᾽ ἂν ὑμᾶς περιστῇ τὰ πράγματα, τοιοῦτοι κριταὶ καὶ τῶν πεπραγμένων αὐτοῖς ἔσεσθε. χρηστὰ δ᾽ εἴη παντὸς εἵνεκα. |
1) Το ζήτημα ήτο αν έπρεπε να βοηθήσουν τους Ολυνθίους ή όχι.
2) Ό Δημοσθένης νέος ακόμη ομιλεί μετά τινος δειλίας. Εν τω κειμένω δεν σημ. ο αριθμός.
3) Ήτο φόβος μήπως ο Φίλιππος συμφιλιωθή με τους Ολυνθίους.
4) Τους εφόνευσε, διότι ηγάπα μεν την προδοσίαν, αλλ’ ουχί και τους προδότας.
5) Εκυριεύθη υπό του Φιλίππου εντός των ετών 357—352.
6) Εννοεί τα χρήματα, τα οποία είχε το στρατιωτικόν ταμείον, που είχεν ιδρύσει ο Περικλής· αλλά τα χρήματα αυτά τώρα εσπαταλώντο ως θεωρικά.
7) Αρχαίον επίνειον της Θεσσαλίας παρά τον σημερινόν Βόλον.
8) Αυτήν και τας Παγασάς είχε καταλάβει ο Φίλιππος τω 352 π. Χ.
Ὀλυνθιακὸς Βʹ
Μετάφραση-Σχόλια Νικ. Σ. Γκινόπουλος
| Εις πολλάς μεν περιστάσεις, ω Αθηναίοι, μου φαίνεται ότι ημπορεί κανείς να ίδη την προς την πόλιν μας εύνοιαν του θεού, η οποία συχνά, πυκνά γίνεται φανερά— και προ πάντων εις τας σημερινάς μας υποθέσεις. Και ιδού πώς: Το να έχουν δηλαδή εκείνοι, που θα πολεμήσουν τον Φίλιππον, οι Ολύνθιοι, και χώραν γειτονικήν προς την χώραν του και δύναμιν αρκετήν—και το σπουδαιότατον εξ όλων να έχουν τοιαύτην ιδέαν περί του πολέμου, ώστε πάσαν συμφιλίωσιν με τον Φίλιππον να θεωρούν πρώτον μεν αναξίαν εμπιστοσύνης, έπειτα δε αναστάτωσιν και καταστροφήν της πατρίδος των, αι! αυτά δεν ομοιάζουν με κάποιαν υπεράνθρωπον και εντελώς θείαν ευεργεσίαν; | [1] ἐπὶ πολλῶν μὲν ἄν τις ἰδεῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δοκεῖ μοι τὴν παρὰ τῶν θεῶν εὔνοιαν φανερὰν γιγνομένην τῇ πόλει, οὐχ ἥκιστα δ᾽ ἐν τοῖς παροῦσι πράγμασι· τὸ γὰρ τοὺς πολεμήσοντας Φιλίππῳ γεγενῆσθαι καὶ χώραν ὅμορον καὶ δύναμίν τινα κεκτημένους, καὶ τὸ μέγιστον ἁπάντων, τὴν ὑπὲρ τοῦ πολέμου γνώμην τοιαύτην ἔχοντας ὥστε τὰς πρὸς ἐκεῖνον διαλλαγὰς πρῶτον μὲν ἀπίστους, εἶτα τῆς ἑαυτῶν πατρίδος νομίζειν ἀνάστασιν, δαιμονίᾳ τινὶ καὶ θείᾳ παντάπασιν ἔοικεν εὐεργεσίᾳ. |
| Δι’ αυτό λοιπόν πρέπει, ώ Αθηναίοι —αφού ο θεός μας ευεργετεί— να εξετάσωμεν και ημείς το εξής πλέον: πώς δηλαδή να μη φανώμεν απέναντι του εαυτού μας ανάξιοι εκείνων, τα οποία ο θεός μας παρεχώρησε· διότι είνε αισχρόν — ή μάλλον είνε αισχρότατον να φαινώμεθα ότι παραμελούμεν και εγκαταλείπομεν όχι μόνον πόλεις και τόπους, των οποίων ήμεθα κύριοι άλλοτε. αλλ’ ακόμη και συμμάχους, ως είνε οι Ολύνθιοι, και καταλλήλους περιστάσεις, ως είνε η σημερινή — πράγματα τα οποία αυτή η τύχη μας προητοίμασεν!… | [2] δεῖ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτ᾽ ἤδη σκοπεῖν αὐτούς, ὅπως μὴ χείρους περὶ ἡμᾶς αὐτοὺς εἶναι δόξομεν τῶν ὑπαρχόντων, ὡς ἔστι τῶν αἰσχρῶν, μᾶλλον δὲ τῶν αἰσχίστων, μὴ μόνον πόλεων καὶ τόπων ὧν ἦμέν ποτε κύριοι φαίνεσθαι προϊεμένους, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπὸ τῆς τύχης παρασκευασθέντων συμμάχων καὶ καιρῶν. |
| Τώρα το να κάθωμαι να σας διηγούμαι με λεπτομέρειαν την δύναμιν του Φιλίππου και με τα λόγια αυτά να σας προτρέπω, ώ Αθηναίοι, να κάμνετε το καθήκον σας—αυτό νομίζω ότι δεν είνε σωστόν πράγμα. Αλλά διατί; Να σας το είπω· διότι μου φαίνεται ότι, όσα και αν είπη κανείς δι’ αυτά, εις εκείνον μεν προξενούν τιμήν και δόξαν, ενώ εις σας τί προξενούν; Την μομφήν ίσως ότι δεν τα εκάματε καλά — αν όχι τίποτε χειρότερον…. Διότι εκείνος μεν, όσω περισσότερα— περισσότερα από ό,τι αξίζει —έχει κάμει, τόσω περισσότερον αξιοθαύμαστος εις τα μάτια όλων φαίνεται· ενώ σεις όσω χειρότερα από ό,τι έπρεπεν έχετε διευθύνει τας υποθέσεις σας, από τόσω μεγαλυτέραν εντροπήν εσκεπάσθητε! | [3] τὸ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν Φιλίππου ῥώμην διεξιέναι καὶ διὰ τούτων τῶν λόγων προτρέπειν τὰ δέοντα ποιεῖν ὑμᾶς, οὐχὶ καλῶς ἔχειν ἡγοῦμαι. διὰ τί; ὅτι μοι δοκεῖ πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἂν εἴποι τις ὑπὲρ τούτων, ἐκείνῳ μὲν ἔχειν φιλοτιμίαν, ἡμῖν δ᾽ οὐχὶ καλῶς πεπρᾶχθαι. ὁ μὲν γὰρ ὅσῳ πλείον᾽ ὑπὲρ τὴν ἀξίαν πεποίηκε τὴν αὑτοῦ, τοσούτῳ θαυμαστότερος παρὰ πᾶσι νομίζεται· ὑμεῖς δ᾽ ὅσῳ χεῖρον ἢ προσῆκε κέχρησθε τοῖς πράγμασι, τοσούτῳ πλείον᾽ αἰσχύνην ὠφλήκατε. |
| Αλλ’ αυτά θα τα παραλείψω. Και θα τα παραλείψω, διότι εάν κανείς εξετάση τα πράγματα από την αληθινήν των όψιν, ία ίδη ότι αυτός έχει γίνει μεγάλος από εδώ τας Αθήνας— από ημάς(1) και όχι από την ιδικήν του δύναμιν —αφ’ εαυτού του! Και δεν θεωρώ τώρα κατάλληλον την περίστασιν να ομιλήσω περί εκείνων, εις τους οποίους ο Φίλιππος χρεωστεί χάριν, διότι εξυπηρέτησαν τα σχέδια του, ενώ σεις πρέπει να τιμωρήσετε αυτούς· αλλά θα προσπαθήσω να σας είπω εκείνα μόνον, τα οποία, είνε δυνατόν να είπω και είνε συμφερώτερον να τα έχετε όλοι ακουσμένα και τα οποία θα εφαίνοντο διά τον Φίλιππον μία μεγάλη—μα μεγάλη κατηγορία—αν θέλετε να τα καλοεξετάσετε! | [4] ταῦτα μὲν οὖν παραλείψω. καὶ γὰρ εἰ μετ᾽ ἀληθείας τις, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σκοποῖτο, ἐνθένδ᾽ ἂν αὐτὸν ἴδοι μέγαν γεγενημένον, οὐχὶ παρ᾽ αὑτοῦ. ὧν οὖν ἐκεῖνος μὲν ὀφείλει τοῖς ὑπὲρ αὐτοῦ πεπολιτευμένοις χάριν, ὑμῖν δὲ δίκην προσήκει λαβεῖν, τούτων οὐχὶ νῦν ὁρῶ τὸν καιρὸν τοῦ λέγειν· ἃ δὲ καὶ χωρὶς τούτων ἔνι, καὶ βέλτιόν ἐστιν ἀκηκοέναι πάντας ὑμᾶς, καὶ μεγάλ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατ᾽ ἐκείνου φαίνοιτ᾽ ἂν ὀνείδη βουλομένοις ὀρθῶς δοκιμάζειν, ταῦτ᾽ εἰπεῖν πειράσομαι. |
| Το να ονομάζη κανείς τον Φίλιππον άνθρωπον επίορκον και ανάξιον εμπιστοσύνης, χωρίς να δείχνωμεν και τας πράξεις του—ημπορεί να είπη κανείς δικαίως ότι είνε κάποια κατηγορία— αλλά κατηγορία ανίσχυρος, κούφια· το δε να αναφέρη πάντα όσα έως τώρα έπραξε και εις όλα να τον αποδεικνύη τοιούτον— επίορκον και αναξιόπιστον, το πράγμα αυτό ολίγα λόγια χρειάζεται— διότι, όπου φυσικά ομιλούν τα πράγματα, είνε περιττά τα λόγια! Αλλά και διά δύο ακόμη λόγους θεωρώ συμφέρον να αναφερθούν αι πράξεις του, πρώτον μεν, ίνα εκείνος—το οποίον άλλως είνε και αληθινόν — φανή τιποτένιος, δεύτερον δε, ίνα ίδουν και οι καθ’ υπερβολήν θαυμάζοντες και φοβούμενοι τον Φίλιππον ότι τάσωσεν όλα τα ψέμματα και τα τεχνάσματα, με τα οποία πρωτύτερα εξαπατών κατώρθωσε να αυξηθή και να γίνη μεγάλος και ότι εις το ίδιον τέλος κοντεύει να φθάση και η δύναμις του! | [5] τὸ μὲν οὖν ἐπίορκον κἄπιστον καλεῖν ἄνευ τοῦ τὰ πεπραγμένα δεικνύναι λοιδορίαν εἶναί τις ἂν φήσειε κενὴν δικαίως· τὸ δὲ πάνθ᾽ ὅσα πώποτ᾽ ἔπραξε διεξιόντα ἐφ᾽ ἅπασι τούτοις ἐλέγχειν, καὶ βραχέος λόγου συμβαίνει δεῖσθαι, καὶ δυοῖν ἕνεχ᾽ ἡγοῦμαι συμφέρειν εἰρῆσθαι, τοῦ τ᾽ ἐκεῖνον, ὅπερ καὶ ἀληθὲς ὑπάρχει, φαῦλον φαίνεσθαι, καὶ τοὺς ὑπερεκπεπληγμένους ὡς ἄμαχόν τινα τὸν Φίλιππον ἰδεῖν ὅτι πάντα διεξελήλυθεν οἷς πρότερον παρακρουόμενος μέγας ηὐξήθη, καὶ πρὸς αὐτὴν ἥκει τὴν τελευτὴν τὰ πράγματ᾽ αὐτῷ. |
| Αλλά και εγώ ο ίδιος θα εθεώρουν τον Φίλιππον παρά πολύ φοβερόν και αξιοθαύμαστον άνθρωπον, εάν έβλεπον ότι έχει μεγαλώσει με πράξεις δικαίας· τώρα όμως δεν τον θεωρώ τοιούτον, διότι παρατηρών και σκεπτόμενος ευρίσκω ότι κατ’ αρχάς μεν εξηπάτησε την αφέλειαν και ευπιστίαν μας —κατά την εποχήν κατά την οποίαν μερικοί απεδίωκον από του βήματος αυτού ενθυμείσθε;—τους απεσταλμένους των Ολυνθίων, που ήθελον προφορικώς να διαπραγματευθώσι μαζί σας—και μας εξηπάτησε με την ψευδή υπόσχεσιν ότι θα μας παραδώση την Αμφίπολιν και με την εφεύρεσιν του περιφήμου εκείνου και πολυθρύλητου μυστικού (2)· |
[6] ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σφόδρ᾽ ἂν ἡγούμην καὶ αὐτὸς φοβερὸν τὸν Φίλιππον καὶ θαυμαστόν, εἰ τὰ δίκαια πράττονθ᾽ ἑώρων ηὐξημένον· νῦν δὲ θεωρῶν καὶ σκοπῶν εὑρίσκω τὴν μὲν ἡμετέραν εὐήθειαν τὸ κατ᾽ ἀρχάς, ὅτ᾽ Ὀλυνθίους ἀπήλαυνόν τινες ἐνθένδε βουλομένους ὑμῖν διαλεχθῆναι, τῷ τὴν Ἀμφίπολιν φάσκειν παραδώσειν καὶ τὸ θρυλούμενόν ποτ᾽ ἀπόρρητον ἐκεῖνο κατασκευάσαι, |
| μας εξηπάτησε δε κατόπιν με την άλωσιν της Ποτειδαίας, η οποία ήτο ιδική σας, και τους μεν πρότερον συμμάχους του—σας ηδίκησε, παρέδωκε δε αυτήν εις τους Ολυνθίους, ίνα προσελκύση εις την συμμαχίαν των. Τους Θεσσαλούς δε τώρα τελευταία εξηπάτησε με την υπόσχεσιν ότι θα παραδώση εις αυτούς την Μαγνησίαν και με την υπόσχεσιν ότι θα αναλάβη υπέρ αυτών τον Φωκικόν πόλεμον. Εν γένει δε δεν υπάρχει κανείς—εξ όσων εσχετίσθησαν με αυτόν—τον οποίον να μη εξηπάτησεν εκείνος· διότι εξαπατών κάθε φοράν την ανοησίαν των λαών και των πόλεων που δεν τον γνωρίζουν και παίρνων αυτούς με το μέρος του εμέγάλωσε τόσον πολύ…. | [7] τούτῳ προσαγαγόμενον, τὴν δ᾽ Ὀλυνθίων φιλίαν μετὰ ταῦτα τῷ Ποτείδαιαν οὖσαν ὑμετέραν ἐξελεῖν καὶ τοὺς μὲν πρότερον συμμάχους [ὑμᾶς] ἀδικῆσαι, παραδοῦναι δ᾽ ἐκείνοις, Θετταλοὺς δὲ νῦν τὰ τελευταῖα τῷ Μαγνησίαν παραδώσειν ὑποσχέσθαι καὶ τὸν Φωκικὸν πόλεμον πολεμήσειν ὑπὲρ αὐτῶν ἀναδέξασθαι. ὅλως δ᾽ οὐδεὶς ἔστιν ὅντιν᾽ οὐ πεφενάκικ᾽ ἐκεῖνος τῶν αὐτῷ χρησαμένων· τὴν γὰρ ἑκάστων ἄνοιαν ἀεὶ τῶν ἀγνοούντων αὐτὸν ἐξαπατῶν καὶ προσλαμβάνων οὕτως ηὐξήθη. |
| Όπως λοιπόν ο Φίλιππος υψώθη και έγινε μεγάλος δι’ εκείνων, οι οποίοι δεν τον ήξευραν και εγελάσθηκαν—διότι καθένας από αυτούς ενόμιζεν ότι αυτός θα κάμη κάτι τι συμφέρον δι’ αυτόν—έτσι οφείλει δι’ αυτών των ιδίων—αυτών που δεν τον ήξευραν και εγελάσθηκαν, να κρημνισθή πάλιν από την θέσιν, εις την οποίαν είχεν υψώθη, αφού τέλος πάντων έχει τρανώς αποδειχθή ότι κάμνει τα πάντα χάριν του ιδικού του συμφέροντος! Εις τοιαύτην λοιπόν κακήν κατάστασιν κατήντησαν αι υποθέσεις του Φιλίππου· εάν δε όσα λέγω δεν είναι ορθά, τότε ας παρουσιασθή όποιος θέλει εις το βήμα και ας αποδείξη εις εμέ ή καλλίτερα εις σας, ότι τάχα αυτά τα όποια λέγω εγώ δεν είναι αληθινά ή ότι εκείνο που εξηπατήθησαν κατ’ αρχάς από τον Φίλιππον εις το μέλλον θα έχωσιν εμπιστοσύνην εις αυτόν ή ν’ αποδείξη ότι οι Θεσσαλοί, οι οποίοι υπεδουλώθησαν, χωρίς να τους αξίζη, τώρα δεν θα εγίνοντο ελεύθεροι—αν ήτο δυνατόν — με πολλήν χαράν και ευχαρίστησιν. |
[8] ὥσπερ οὖν διὰ τούτων ἤρθη μέγας, ἡνίχ᾽ ἕκαστοι συμφέρον αὐτὸν ἑαυτοῖς ᾤοντό τι πράξειν, οὕτως ὀφείλει διὰ τῶν αὐτῶν τούτων καὶ καθαιρεθῆναι πάλιν, ἐπειδὴ πάνθ᾽ εἵνεχ᾽ ἑαυτοῦ ποιῶν ἐξελήλεγκται. καιροῦ μὲν δή, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τοῦτο πάρεστι Φιλίππῳ τὰ πράγματα· ἢ παρελθών τις ἐμοί, μᾶλλον δ᾽ ὑμῖν δειξάτω, ἢ ὡς οὐκ ἀληθῆ ταῦτ᾽ ἐγὼ λέγω, ἢ ὡς οἱ τὰ πρῶτ᾽ ἐξηπατημένοι τὰ λοιπὰ πιστεύσουσιν, ἢ ὡς οἱ παρὰ τὴν αὑτῶν ἀξίαν δεδουλωμένοι [Θετταλοὶ] νῦν οὐκ ἂν ἐλεύθεροι γένοιντ᾽ ἄσμενοι. |
| Και όμως, αν κανείς από σας παραδέχεται μεν ότι έτσι είναι —όπως τα λέγω—νομίζη δε ότι διά της βίας ο Φίλιππος θα ημπορέση να συγκράτηση την αρχήν, τας κατακτήσεις και τους συμμάχους, και ότι θα τα συγκράτηση, επειδή έχει προκαταλάβει τα φρούρια και τους λιμένας και τα τοιαύτα, δεν σκέπτεται ορθώς. Διότι όταν οι σύμμαχοι συνδεθώσιν εξ αγάπης αμοιβαίας και όλοι οι συμμετέχοντες εις τον πόλεμον έχωσι τα ίδια συμφέροντα, είνε πρόθυμοι οι άνθρωποι και να κοπιάζουν μαζί και να υποφέρουν τας συμφοράς και να μένουν σταθεροί εις τους συμμάχους των· αλλ’ όταν γίνη κανείς ισχυρός από αδικίαν και πλεονεξίαν— όπως αυτός—τότε η πρώτη μικρά αιτία και το παραμικρόν παραπάτημα όλα τα ανατρέπει και τα διαλύει. | [9] καὶ μὴν εἴ τις ὑμῶν ταῦτα μὲν οὕτως ἔχειν ἡγεῖται, οἴεται δὲ βίᾳ καθέξειν αὐτὸν τὰ πράγματα τῷ τὰ χωρία καὶ λιμένας καὶ τὰ τοιαῦτα προειληφέναι, οὐκ ὀρθῶς οἴεται. ὅταν μὲν γὰρ ὑπ᾽ εὐνοίας τὰ πράγματα συστῇ καὶ πᾶσι ταὐτὰ συμφέρῃ τοῖς μετέχουσι τοῦ πολέμου, καὶ συμπονεῖν καὶ φέρειν τὰς συμφορὰς καὶ μένειν ἐθέλουσιν ἅνθρωποι· ὅταν δ᾽ ἐκ πλεονεξίας καὶ πονηρίας τις ὥσπερ οὗτος ἰσχύσῃ, ἡ πρώτη πρόφασις καὶ μικρὸν πταῖσμα ἅπαντ᾽ ἀνεχαίτισε καὶ διέλυσεν. |
| Διότι δεν είνε δυνατόν, όχι δεν είνε, ώ Αθηναίοι, με αδικίας και επιορκίας και ψεύδη να αποκτήση κανείς δύναμιν σταθεράν, αλλ’ ό,τι δήποτε αποκτάται κατ’ αυτόν τον τρόπον διά μίαν φοράν και δι’ ολίγον καιρόν διαρκεί, και ημπορεί να ακμάσουν—αν η τύχη τα βοηθήση—, και να ακμάσουν πολύ, τρεφόμενα με ελπίδας, αλλ’ όμως με τον καιρόν ανακαλύπτονται και μόνα των καταρρέουν. Διότι όπως —καθώς νομίζω—αι βάσεις της οικίας και του πλοίου και των άλλων τοιούτων πρέπει να είνε δυνατώταται, τοιουτοτρόπως και των πράξεων αι αρχαί και τα θεμέλια πρέπει να είνε αληθή και δίκαια. Αλλά τούτο δεν υπάρχει τώρα εις τας πράξεις του Φιλίππου… | [10] οὐ γὰρ ἔστιν, οὐκ ἔστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικοῦντα κἀπιορκοῦντα καὶ ψευδόμενον δύναμιν βεβαίαν κτήσασθαι, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτ᾽ εἰς μὲν ἅπαξ καὶ βραχὺν χρόνον ἀντέχει, καὶ σφόδρα γ᾽ ἤνθησ᾽ ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν, ἂν τύχῃ, τῷ χρόνῳ δὲ φωρᾶται καὶ περὶ αὑτὰ καταρρεῖ. ὥσπερ γὰρ οἰκίας, οἶμαι, καὶ πλοίου καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων τὰ κάτωθεν ἰσχυρότατ᾽ εἶναι δεῖ, οὕτω καὶ τῶν πράξεων τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ὑποθέσεις ἀληθεῖς καὶ δικαίας εἶναι προσήκει. τοῦτο δ᾽ οὐκ ἔνι νῦν ἐν τοῖς πεπραγμένοις Φιλίππῳ. |
| Φρονώ λοιπόν ότι πρέπει σεις να τρέξετε εις βοήθειαν των Ολυνθίων και είμαι ευχαριστημένος να βοηθήτε με τον τρόπον με τον οποίον και οιοσδήποτε άλλος ήθελε προτείνει, αρκεί η βοήθεια να είνε καλλίστη και ταχύτατη· προς δε τους Θεσσαλούς φρονώ ότι πρέπει να στείλετε απεσταλμένους, οι οποίοι εις μεν τους μη γνωρίζοντας τον Φίλιππον να γνωρίσουν τον χαρακτήρα του και το ετοιμόρροπον του κράτους του, τους δε γνωρίζοντας αυτόν, αλλ’ εκ φόβου διστάζοντας, να παροξύνουν και ενθαρρύνουν— διότι άλλως και τώρα έχουν αποφασίσει να ζητήσωσι πάλιν από αυτόν τας Παγασάς—αλλά και περί της Μαγνησίας να κάμουν λόγον. |
[11] φημὶ δὴ δεῖν ἡμᾶς τοῖς μὲν Ὀλυνθίοις βοηθεῖν, καὶ ὅπως τις λέγει κάλλιστα καὶ τάχιστα, οὕτως ἀρέσκει μοι· πρὸς δὲ Θετταλοὺς πρεσβείαν πέμπειν, ἣ τοὺς μὲν διδάξει ταῦτα, τοὺς δὲ παροξυνεῖ· καὶ γὰρ νῦν εἰσιν ἐψηφισμένοι Παγασὰς ἀπαιτεῖν καὶ περὶ Μαγνησίας λόγους ποιεῖσθαι. |
| Αλλά το εξής. ώ Αθηναίοι, να εξετάσετε—πώς δηλαδή οι εκ μέρους μας στελλόμενοι απεσταλμένοι πώς να μη είπωσι λόγια μόνον, αλλά να έχουν και να επιδεικνύουν και έργον τι σπουδαίον—και θα επιδεικνύουν έργον τι σπουδαίον, αν ημείς εκστρατεύσωμεν σύμφωνα με την αξίαν της πόλεως—αυτοπροσώπως δηλαδή και με σπουδαίας δυνάμεις — και όταν είμεθα παρόντες εις τα έργα, διότι κάθε λόγος, όταν λείπουν τα έργα, φαίνεται πράγμα κούφιο και ανωφελές—και προ πάντων ο εκ μέρους της πόλεως μας λόγος· διότι, με όσω μεγαλυτέραν ευκολίαν φαινόμεθα ότι τον μεταχειριζόμεθα, τόσω περισσότερον όλοι δυσπιστούσι προς αυτόν. | [12] σκοπεῖσθε μέντοι τοῦτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅπως μὴ λόγους ἐροῦσιν μόνον οἱ παρ᾽ ἡμῶν πρέσβεις, ἀλλὰ καὶ ἔργον τι δεικνύειν ἕξουσιν ἐξεληλυθότων ὑμῶν ἀξίως τῆς πόλεως καὶ ὄντων ἐπὶ τοῖς πράγμασιν, ὡς ἅπας μὲν λόγος, ἂν ἀπῇ τὰ πράγματα, μάταιόν τι φαίνεται καὶ κενόν, μάλιστα δ᾽ ὁ παρὰ τῆς ἡμετέρας πόλεως· ὅσῳ γὰρ ἑτοιμότατ᾽ αὐτῷ δοκοῦμεν χρῆσθαι, τοσούτῳ μᾶλλον ἀπιστοῦσι πάντες αὐτῷ. |
| Πρέπει λοιπόν να δείξωμεν ότι πολύ εγκατελείψαμεν τας παλαιάς μεθόδους και συνήθειας και ότι μεγάλως μετεβλήθημεν — και να το δείξωμεν συνεισφέροντες, εκστρατεύοντες, προθύμως κάμνοντες ό,τι πρέπει—αν βέβαια θέλετε να σας δώσουν προσοχήν και να προσέξουν εις όσα θα τους είπητε. Και αν θελήσετε να τα εκτελέσετε αυτά—και να τα εκτελέσετε αμέσως και όπως πρέπει—αι τότε θα φανερωθούν ότι όχι μόνον οι σύμμαχοι του Φιλίππου συνδέονται ασθενώς με αυτόν και δεν έχουν εμπιστοσύνην, αλλά και η ιδική του εξουσία και δύναμις θα αποδειχθή ότι ευρίσκεται εις κακήν κατάστασιν, ότι είναι ετοιμόρροπος…. | [13] πολλὴν δὴ τὴν μετάστασιν καὶ μεγάλην δεικτέον τὴν μεταβολήν, εἰσφέροντας, ἐξιόντας, ἅπαντα ποιοῦντας ἑτοίμως, εἴπερ τις ὑμῖν προσέξει τὸν νοῦν. κἂν ταῦτ᾽ ἐθελήσηθ᾽ ὡς προσήκει καὶ δὴ περαίνειν, οὐ μόνον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰ συμμαχικὰ ἀσθενῶς καὶ ἀπίστως ἔχοντα φανήσεται Φιλίππῳ, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς οἰκείας ἀρχῆς καὶ δυνάμεως κακῶς ἔχοντ᾽ ἐξελεγχθήσεται. |
| Διότι εν γένει μεν η Μακεδόνικη δύναμις και εξουσία προσθετομένη εις άλλην δύναμιν, είνε κάποια δύναμις μεγάλη, όπως υπήρξε μίαν φοράν εις σας—επί Τιμοθέου, εναντίον των Ολυνθίων· όπως πάλιν έπειτα εις τους Ολυνθίους κατά της Ποτειδαίας (3)· και μετά των δύο τούτων συμμαχήσασα εφάνη όντως δύναμις αξιόλογος· και τώρα τελευταίως, που έτρεξεν εις βοήθειαν των Θεσσαλών—ευρισκομένων εις εμφυλίους έριδας και ταραχάς— εναντίον των τυράννων Λυκόφρονος και Πυθολάου· άλλως τε όπου και αν προσθέση κανείς δύναμιν, έστω και μικράν, πάντα ωφέλειαν, καθώς εγώ φρονώ, προξενεί· μόνη της όπως και χωρίς σύμμαχον η Μακεδονική δύναμις και εξουσία είνε αδύνατη και γεμάτη από πολλά κακά. | [14] ὅλως μὲν γὰρ ἡ Μακεδονικὴ δύναμις καὶ ἀρχὴ ἐν μὲν προσθήκῃ μερίς ἐστί τις οὐ μικρά, οἷον ὑπῆρξέ ποθ᾽ ὑμῖν ἐπὶ Τιμοθέου πρὸς Ὀλυνθίους· πάλιν αὖ πρὸς Ποτείδαιαν Ὀλυνθίοις ἐφάνη τι τοῦτο συναμφότερον· νυνὶ δὲ Θετταλοῖς νοσοῦσι καὶ τεταραγμένοις ἐπὶ τὴν τυραννικὴν οἰκίαν ἐβοήθησεν· καὶ ὅποι τις ἄν, οἶμαι, προσθῇ κἂν μικρὰν δύναμιν, πάντ᾽ ὠφελεῖ· αὐτὴ δὲ καθ᾽ αὑτὴν ἀσθενὴς καὶ πολλῶν κακῶν ἐστι μεστή. |
| Διότι και αυτός με όλα εκείνα — ένεκα των οποίων θα ημπορούσε κανείς να τον νομίση μεγάλον—τους πολέμους και τας εκστρατείας—την έκαμε ακόμη περισσότερον αδύνατον από ό,τι φυσικά ήτο. Διότι νομίζετε, ώ Αθηναίοι, ότι ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις τα ίδια πράγματα και ο Φίλιππος και οι υπήκοοί του; Κάθε άλλο· αλλ’ αυτός μεν επιθυμεί δόξαν—και την επιζητεί με θέρμην, με ζήλον—και έχει λάβει μίαν απόφασιν —εργαζόμενος και ριψοκινδυνεύων—να πάθη ό,τι δήποτε κακόν και αν συμβή— και τούτο, διότι επροτίμησεν, αντί της ησύχου και ασφαλούς ζωής, να αποκτήση την δόξαν: ότι αυτός μόνος κατώρθωσεν εκείνα, τα οποία κανείς άλλος βασιλεύς της Μακεδονίας δεν κατώρθωσεν έως τώρα!… | [15] καὶ γὰρ οὗτος ἅπασι τούτοις, οἷς ἄν τις μέγαν αὐτὸν ἡγήσαιτο, τοῖς πολέμοις καὶ ταῖς στρατείαις, ἔτ᾽ ἐπισφαλεστέραν ἢ ὑπῆρχε φύσει κατεσκεύακεν αὑτῷ. μὴ γὰρ οἴεσθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῖς αὐτοῖς Φίλιππόν τε χαίρειν καὶ τοὺς ἀρχομένους, ἀλλ᾽ ὁ μὲν δόξης ἐπιθυμεῖ καὶ τοῦτ᾽ ἐζήλωκε, καὶ προῄρηται πράττων καὶ κινδυνεύων, ἂν συμβῇ τι, παθεῖν, τὴν τοῦ διαπράξασθαι ταῦθ᾽ ἃ μηδεὶς πώποτ᾽ ἄλλος Μακεδόνων βασιλεὺς δόξαν ἀντὶ τοῦ ζῆν ἀσφαλῶς ᾑρημένος |
| Οι υπήκοοι του όμως δεν λαμβάνουν μερίδιον από την δόξαν των κατορθωμάτων αυτών, αλλά ταλαιπωρούμενοι με τας ατελείωτους αυτάς εκστρατείας—εκστρατείας που γίνονται άνω και κάτω—πάσχουν και βασανίζονται ακαταπαύστως, διότι ούτε εις τας γεωργικάς των εργασίας ημπορούν να καταγίνουν ούτε εις τας οικιακάς των υποθέσεις, ούτε όσα —όπως-όπως παράγουν—ημπορούν να τα πωλήσουν, διότι είνε κεκλεισμένοι οι λιμένες του τόπου ένεκα του πολέμου. | [16] τοῖς δὲ τῆς μὲν φιλοτιμίας τῆς ἀπὸ τούτων οὐ μέτεστι, κοπτόμενοι δ᾽ ἀεὶ ταῖς στρατείαις ταύταις ταῖς ἄνω κάτω λυποῦνται καὶ συνεχῶς ταλαιπωροῦσιν, οὔτ᾽ ἐπὶ τοῖς ἔργοις οὔτ᾽ ἐπὶ τοῖς αὑτῶν ἰδίοις ἐώμενοι διατρίβειν, οὔθ᾽ ὅσ᾽ ἂν ποιήσωσιν οὕτως ὅπως ἂν δύνωνται, ταῦτ᾽ ἔχοντες διαθέσθαι κεκλειμένων τῶν ἐμπορίων τῶν ἐν τῇ χώρᾳ διὰ τὸν πόλεμον. |
| Τώρα πως διάκειται ο Μακεδονικός λαός προς τον Φίλιππον ευκόλως ημπορεί κανείς να εννοήση από όσα παραπάνω είπα· αλλά και αυτοί οι μισθοφόροι και σωματοφυλακές του—οι οποίοι φημίζονται ότι είνε αξιοθαύμαστοι και γυμνασμένοι εις τα πολεμικά—καθώς εγώ έμαθον από κάποιον, ο οποίος έζησεν εις την Μακεδονίαν και είνε άνθρωπος ανίκανος να είπη ψεύματα, δεν είνε και αυτοί καλύτεροι από κανένα εκ των άλλων, αλλά χειρότεροι. |
[17] οἱ μὲν οὖν πολλοὶ Μακεδόνων πῶς ἔχουσι Φιλίππῳ, ἐκ τούτων ἄν τις σκέψαιτ᾽ οὐ χαλεπῶς· οἱ δὲ δὴ περὶ αὐτὸν ὄντες ξένοι καὶ πεζέταιροι δόξαν μὲν ἔχουσιν ὡς εἰσὶ θαυμαστοὶ καὶ συγκεκροτημένοι τὰ τοῦ πολέμου, ὡς δ᾽ ἐγὼ τῶν ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ γεγενημένων τινὸς ἤκουον, ἀνδρὸς οὐδαμῶς οἵου τε ψεύδεσθαι, οὐδένων εἰσὶν βελτίους. |
| Διότι, και αν υπάρχη μεταξύ αυτών κανείς ολίγον έμπειρος του πολέμου και των μαχών, όλους αυτούς—μου είπεν ο άνθρωπος εκείνος—τους παραγκωνίζει ο Φίλιππος ένεκα της μεγάλης του φιλοδοξίας, διότι θέλει όλα τα έργα να νομίζωνται ιδικά του— επειδή εκτός των άλλων και κατά την φιλοπρωτίαν είνε άφθαστος και ανυπέρβλητος ο άνθρωπος αυτός· εάν δε είνε πάλιν κανένας άλλος μεταξύ αυτών από άλλην έποψιν εγκρατής ή δίκαιος, ο οποίος να μη ημπορή να υποφέρη την καθημερινήν του βίου ασωτίαν και την μέθην και τους ασέμνους χορούς,—μου έλεγεν—ότι και ο τοιούτος περιφρονείται και δεν λογαριάζεται διά τίποτε. | [18] εἰ μὲν γάρ τις ἀνήρ ἐστιν ἐν αὐτοῖς οἷος ἔμπειρος πολέμου καὶ ἀγώνων, τούτους μὲν φιλοτιμίᾳ πάντας ἀπωθεῖν αὐτὸν ἔφη, βουλόμενον πάνθ᾽ αὑτοῦ δοκεῖν εἶναι τἄργα (πρὸς γὰρ αὖ τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν φιλοτιμίαν ἀνυπέρβλητον εἶναι )· εἰ δέ τις σώφρων ἢ δίκαιος ἄλλως, τὴν καθ᾽ ἡμέραν ἀκρασίαν τοῦ βίου καὶ μέθην καὶ κορδακισμοὺς οὐ δυνάμενος φέρειν, παρεῶσθαι καὶ ἐν οὐδενὸς εἶναι μέρει τὸν τοιοῦτον. |
| Τότε ποίοι υπολείπονται εις αυτόν; Υπολείπονται οι άτακτοι στρατιώται—οι πλιατσικολόγοι και οι κόλακες και άλλοι τοιούτοι, οι οποίοι, αφού μεθύσουν, χορεύουν τέτοιους χορούς, τους οποίους εγώ τώρα εντρέπομαι να σας τους ονομάσω!… Αυτά μου έλεγεν ο άνθρωπος εκείνος—και είνε φανερόν ότι αυτά είνε αληθινά. Διότι εκείνους τους οποίους πάντες εξεδίωκον απ’ εδώ—επειδή ήσαν πολύ αχρειότεροι των αγυρτών, π. χ. τον Καλλίαν τον περήφημον δημόσιον υπηρέτην και άλλους τοιούτους ανθρώπους— γελωτοποιούς και ποιητάς αισχρών ασμάτων, τα οποία συνθέτουν διά να κινώσι τον γέλωτα των παρευρισκομένων—αυτούς αγαπά ο Φίλιππος και αυτούς έχει κοντά του!… | [19] λοιποὺς δὴ περὶ αὐτὸν εἶναι λῃστὰς καὶ κόλακας καὶ τοιούτους ἀνθρώπους οἵους μεθυσθέντας ὀρχεῖσθαι τοιαῦθ᾽ οἷ᾽ ἐγὼ νῦν ὀκνῶ πρὸς ὑμᾶς ὀνομάσαι. δῆλον δ᾽ ὅτι ταῦτ᾽ ἐστὶν ἀληθῆ· καὶ γὰρ οὓς ἐνθένδε πάντες ἀπήλαυνον ὡς πολὺ τῶν θαυματοποιῶν ἀσελγεστέρους ὄντας, Καλλίαν ἐκεῖνον τὸν δημόσιον καὶ τοιούτους ἀνθρώπους, μίμους γελοίων καὶ ποιητὰς αἰσχρῶν ᾀσμάτων, ὧν εἰς τοὺς συνόντας ποιοῦσιν εἵνεκα τοῦ γελασθῆναι, τούτους ἀγαπᾷ καὶ περὶ αὑτὸν ἔχει. |
| Αυτά δεν είνε σπουδαία; αλλά και αν κανείς τα θεωρή μικρά, ω Αθηναίοι, διά τους φρονίμους ανθρώπους όμως είνε μεγάλαι αποδείξεις της κακογνωμίας και της κακομοιριάς εκείνου. Αλλά τώρα, καθώς φρονώ, τα επισκοτίζουν και τα σκεπάζουν αι επιτυχίαι του—διότι αι τυχηραί επιτυχίαι είνε φοβεραί εις το να συγκρύπτουν τα τοιαύτα αίσχη! Αν όμως ο Φίλιππος πάθη καμμίαν αποτυχίαν, τότε θα αποκαλυφθούν τα πάντα με ακρίβειαν και θα ιδήτε ότι είνε τοιαύτα. Και μου φαίνεται, ώ Αθηναίοι, ότι αυτό εντός ολίγου θα φανή, αν θελήση ο θεός και σεις έχητε απόφασιν να δράσετε. | [20] καίτοι ταῦτα, καὶ εἰ μικρά τις ἡγεῖται, μεγάλ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δείγματα τῆς ἐκείνου γνώμης καὶ κακοδαιμονίας ἐστὶ τοῖς εὖ φρονοῦσιν. ἀλλ᾽, οἶμαι, νῦν μὲν ἐπισκοτεῖ τούτοις τὸ κατορθοῦν· αἱ γὰρ εὐπραξίαι δειναὶ συγκρύψαι τὰ τοιαῦτ᾽ ὀνείδη· εἰ δέ τι πταίσει, τότ᾽ ἀκριβῶς αὐτοῦ ταῦτ᾽ ἐξετασθήσεται. δοκεῖ δ᾽ ἔμοιγ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δείξειν οὐκ εἰς μακράν, ἂν οἵ τε θεοὶ θέλωσι καὶ ὑμεῖς βούλησθε. |
| Διότι όπως συμβαίνει και εις τα σώματα των ανθρώπων—εφ’ όσον δηλαδή είνε κανείς υγιής και δυνατός, δεν αισθάνεται αν κανέν από τα μέλη του είνε ασθενικόν, όταν όμως συμβή καμμία αρρώστια, τότε όλα εξεγείρονται, είτε διάρρηξις αγγείου είνε, είτε στραγγάλισμα, είτε και άλλο τι εκ των μελών του, είνε σεσαθρωμένον—το ίδιον συμβαίνει και με τα κακά των πόλεων και των τυράννων— εφ’ όσον δηλαδή ούτοι πολεμούσιν εκτός της χώρας των, είνε αφανή εις τον λαόν, όταν όμως γίνη κανένας πόλεμος γειτονικός, αι τότε αυτός όλα τα ξεσκεπάζει. | [21] ὥσπερ γὰρ ἐν τοῖς σώμασιν, τέως μὲν ἂν ἐρρωμένος ᾖ τις, οὐδὲν ἐπαισθάνεται, ἐπὰν δ᾽ ἀρρώστημά τι συμβῇ, πάντα κινεῖται, κἂν ῥῆγμα κἂν στρέμμα κἂν ἄλλο τι τῶν ὑπαρχόντων σαθρὸν ᾖ, οὕτω καὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν τυράννων, ἕως μὲν ἂν ἔξω πολεμῶσιν, ἀφανῆ τὰ κακὰ τοῖς πολλοῖς ἐστιν, ἐπειδὰν δ᾽ ὅμορος πόλεμος συμπλακῇ, πάντ᾽ ἐποίησεν ἔκδηλα. |
| Εάν δε κανείς από σας, ώ Αθηναίοι, βλέπων τον Φίλιππον ευτυχούντα νομίζη ότι διά τον λόγον αυτόν είνε και δυσκολοπολέμητος, μεταχειρίζεται,—δεν λέγω όχι, σκέψιν φρονίμου ανθρώπου—διότι έχει τω όντι μεγάλην δύναμιν η τύχη εις τα ανθρώπινα πράγματα, ή μάλλον αυτή είνε το πάν, αυτή εξουσιάζει και διευθύνει τα πάντα· βεβαίως τον ευνοεί η τύχη, αλλ’ όμως εγώ — εάν μου έδιδε κανείς το δικαίωμα να εκλέξω, θα επροτιμούσα από την τύχην εκείνου την τύχην της ιδικής μας πόλεως, αρκεί και λιγάκι να θέλετε σεις να κάμνετε όσα επιβάλλονται υπό της αξιοπρεπείας· διότι βλέπω ότι σεις έχετε περισσοτέρους λόγους εις το να έχετε την εύνοιαν του θεού, παρ’ δ,τι έχει εκείνος. | [22] εἰ δέ τις ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸν Φίλιππον εὐτυχοῦνθ᾽ ὁρῶν ταύτῃ φοβερὸν προσπολεμῆσαι νομίζει, σώφρονος μὲν ἀνθρώπου λογισμῷ χρῆται· μεγάλη γὰρ ῥοπή, μᾶλλον δὲ τὸ ὅλον ἡ τύχη παρὰ πάντ᾽ ἐστὶ τὰ τῶν ἀνθρώπων πράγματα· οὐ μὴν ἀλλ᾽ ἔγωγε, εἴ τις αἵρεσίν μοι δοίη, τὴν τῆς ἡμετέρας πόλεως τύχην ἂν ἑλοίμην, ἐθελόντων ἃ προσήκει ποιεῖν ὑμῶν αὐτῶν καὶ κατὰ μικρόν, ἢ τὴν ἐκείνου· πολὺ γὰρ πλείους ἀφορμὰς εἰς τὸ τὴν παρὰ τῶν θεῶν εὔνοιαν ἔχειν ὁρῶ ὑμῖν ἐνούσας ἢ ᾽κείνῳ. |
| Αλλά καθήμεθα—νομίζω—ακίνητοι· χωρίς να κάμνωμεν τίποτε. Και δεν είνε βέβαια δυνατόν, εν ω ένας άνθρωπος μένει αργός, ούτε εις τους φίλους του να επιβάλλη να κάμνουν κάτι τι διά λογαριασμόν του, πολύ δε ολιγώτερον δεν είνε δυνατόν να το επιβάλλη εις τον θεόν. Ό Φίλιππος εκστρατεύει, κοπιάζει και είνε πανταχού παρών, ούτε κατάλληλον περίστασιν αφήνει ούτε καμμίαν εποχήν του έτους, καθ’ όν χρόνον ημείς αναβάλλομεν και αποφασίζομεν και ζητούμεν να μάθωμεν νέα. Διατί να θαυμάζωμεν ό,τι μας υπερτερεί; Εγώ δεν θαυμάζω διά τούτο· τουναντίον θα εθαύμαζα περισσότερον, αν ημείς—χωρίς να κάμνωμεν τίποτε — υπερτερούσαμεν εκείνον, ο οποίος κάμνει παν ό,τι πρέπει. | [23] ἀλλ᾽, οἶμαι, καθήμεθ᾽ οὐδὲν ποιοῦντες· οὐκ ἔνι δ᾽ αὐτὸν ἀργοῦντ᾽ οὐδὲ τοῖς φίλοις ἐπιτάττειν ὑπὲρ αὑτοῦ τι ποιεῖν, μή τί γε δὴ τοῖς θεοῖς. οὐ δὴ θαυμαστόν ἐστιν, εἰ στρατευόμενος καὶ πονῶν ἐκεῖνος αὐτὸς καὶ παρὼν ἐφ᾽ ἅπασι καὶ μήτε καιρὸν μήθ᾽ ὥραν παραλείπων ἡμῶν μελλόντων καὶ ψηφιζομένων καὶ πυνθανομένων περιγίγνεται. οὐδὲ θαυμάζω τοῦτ᾽ ἐγώ· τοὐναντίον γὰρ ἂν ἦν θαυμαστόν, εἰ μηδὲν ποιοῦντες ἡμεῖς ὧν τοῖς πολεμοῦσι προσήκει τοῦ πάντα ποιοῦντος περιῆμεν. |
| Αλλ’ εν άλλο θαυμάζω — το εξής: ότι σεις μίαν φοράν (4), ώ Αθηναίοι, επήρατε τα όπλα εναντίον των Λακεδαιμονίων χάριν της αυτονομίας και της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων και εν ω πολλά πολλάς φοράς θα ημπορούσατε να ωφεληθήτε ιδιαιτέρως, δεν ηθελήσατε να το κάμετε· αλλά διά να εύρωσιν οι άλλοι το δίκαιον των εξωδεύσατε τα ιδικά σας χρήματα συνεισφέροντες, και εκστρατεύοντες εξετίθεσθε πρώτοι εις τον κίνδυνον και σήμερον — τί παράξενον! — διστάζετε να εκστρατεύσετε και βραδύνετε να συνεισφέρετε, αφού πρόκειται χάριν των εν Θράκη και Μακεδονία κτήσεων σας, και τους μεν άλλους έχετε σώσει πολλάς φοράς — και όλους μαζί και καθένα εξ αυτών χωριστά — τώρα δε χάνοντες τα ιδικά σας μένετε με σταυρωμένα χέρια! |
[24] ἀλλ᾽ ἐκεῖνο θαυμάζω, εἰ Λακεδαιμονίοις μέν ποτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων ἀντήρατε, καὶ πόλλ᾽ ἰδίᾳ πλεονεκτῆσαι πολλάκις ὑμῖν ἐξὸν οὐκ ἠθελήσατε, ἀλλ᾽ ἵν᾽ οἱ ἄλλοι τύχωσι τῶν δικαίων, τὰ ὑμέτερ᾽ αὐτῶν ἀνηλίσκετ᾽ εἰσφέροντες καὶ προυκινδυνεύετε στρατευόμενοι, νυνὶ δ᾽ ὀκνεῖτ᾽ ἐξιέναι καὶ μέλλετ᾽ εἰσφέρειν ὑπὲρ τῶν ὑμετέρων αὐτῶν κτημάτων, καὶ τοὺς μὲν ἄλλους σεσώκατε πολλάκις πάντας καὶ καθ᾽ ἕν᾽ αὐτῶν ἐν μέρει, τὰ δ᾽ ὑμέτερ᾽ αὐτῶν ἀπολωλεκότες κάθησθε. |
| Αυτά εγώ θαυμάζω, αλλά και το εξής ακόμη: ότι κανείς από σας δεν θέλει, ώ Αθηναίοι, να συλλογισθή πόσον χρόνον πολεμείτε με τον Φίλιππον — εννέα χρόνια τώρα! — και πως εξωδεύθη ο καιρός αυτός. Διότι ηξεύρετε βέβαια πως επέρασεν όλος αυτός ο καιρός — επέρασεν, εν ω ανεβάλλετε να ενεργήσετε, εν ώ ηλπίζετε ότι άλλοι θα σας τα κάμουν (5), εν ω ο ένας κατηγορούσε τον άλλον, ενώ εδικάζετε τους στρατηγούς ως ανικάνους, εν ώ πάλιν ηλπίζετε από αυτούς ότι θα κάμουν το καθήκον των και εν ω σχεδόν εκάμνετε τα ίδια, τα οποία τώρα δα κάμνετε!… | [25] ταῦτα θαυμάζω, κἄτι πρὸς τούτοις, εἰ μηδεὶς ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δύναται λογίσασθαι πόσον πολεμεῖτε χρόνον Φιλίππῳ, καὶ τί ποιούντων ὑμῶν ὁ χρόνος διελήλυθεν οὗτος. ἴστε γὰρ δήπου τοῦθ᾽, ὅτι μελλόντων αὐτῶν, ἑτέρους τινὰς ἐλπιζόντων πράξειν, αἰτιωμένων ἀλλήλους, κρινόντων, πάλιν ἐλπιζόντων, σχεδὸν ταὔθ᾽ ἅπερ νυνὶ ποιούντων, ἅπας ὁ χρόνος διελήλυθεν. |
| Έπειτα είσθε τόσον ασυλλόγιστοι, ώ Αθηναίοι, ώστε ελπίζετε ότι αι υποθέσεις της πατρίδος θα γίνουν από ελεειναί καλαί και ωφέλιμοι με την ιδίαν — την τεμπέλικην τακτικήν σας, διά της οποίας από καλαί και ωφέλιμοι έγιναν ελεειναί; Αλλ’ αυτό ούτε εύλογον είνε, ούτε φυσικόν διότι εκ φύσεως είνε πολύ ευκολώτερον να διαφυλάττη κανείς κάθε πράγμα, όταν το έχη, παρά να το αποκτήση. Τώρα όμως ένεκα του πολέμου τίποτε δεν μας υπολείπεται εκ των πρωτυτερινών μας κτήσεων (6), το οποίον να φυλάξωμεν, αλλά πρέπει πάλιν να τας αποκτήσωμεν. Και τούτο είνε έργον ημών των ιδίων τώρα πλέον!… | [26] εἶθ᾽ οὕτως ἀγνωμόνως ἔχετ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὥστε δι᾽ ὧν ἐκ χρηστῶν φαῦλα τὰ πράγματα τῆς πόλεως γέγονεν, διὰ τούτων ἐλπίζετε τῶν αὐτῶν πράξεων ἐκ φαύλων αὐτὰ χρηστὰ γενήσεσθαι; ἀλλ᾽ οὔτ᾽ εὔλογον οὔτ᾽ ἔχον ἐστὶ φύσιν τοῦτό γε· πολὺ γὰρ ῥᾷον ἔχοντας φυλάττειν ἢ κτήσασθαι πάντα πέφυκεν. νῦν δ᾽ ὅ τι μὲν φυλάξομεν, οὐδέν ἐσθ᾽ ὑπὸ τοῦ πολέμου λοιπὸν τῶν πρότερον, κτήσασθαι δὲ δεῖ. αὐτῶν οὖν ἡμῶν ἔργον τοῦτ᾽ ἤδη. |
| Φρονώ λοιπόν ότι πρέπει να συνεισφέρετε χρήματα, και να εκστρατεύσετε προθύμως σεις οι ίδιοι—και όχι διά μισθοφόρων— πρέπει να μη κατηγορήτε κανένα προτού νικήσετε, αλλ’ εκείνην την στιγμήν να κρίνετε τους άνδρας επί τη βάσει των πράξεών των. και να τιμήσετε τους αξίους επαίνου και να τιμωρήσετε όσους δεν έκαμαν το καθήκόν των, πρέπει ακόμη να αφαιρέσετε τας προφάσεις των στρατηγών και τα εκ μέρους σας καθυστερήσματα· διότι δεν είνε δυνατόν—ούτε δίκαιον—να εξετάζη κανείς αυστηρώς τας πράξεις των άλλων, εάν πρωτύτερα δεν παραχωρηθώσιν από σας όσα χρειάζονται. | [27] φημὶ δὴ δεῖν εἰσφέρειν χρήματα, αὐτοὺς ἐξιέναι προθύμως, μηδέν᾽ αἰτιᾶσθαι πρὶν ἂν τῶν πραγμάτων κρατήσητε, τηνικαῦτα δ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν τῶν ἔργων κρίναντας τοὺς μὲν ἀξίους ἐπαίνου τιμᾶν, τοὺς δ᾽ ἀδικοῦντας κολάζειν, τὰς προφάσεις δ᾽ ἀφελεῖν καὶ τὰ καθ᾽ ὑμᾶς ἐλλείμματα· οὐ γὰρ ἔστι πικρῶς ἐξετάσαι τί πέπρακται τοῖς ἄλλοις, ἂν μὴ παρ᾽ ὑμῶν αὐτῶν πρῶτον ὑπάρξῃ τὰ δέοντα. |
| Διότι διά ποίον λόγον, ώ Αθηναίοι, νομίζετε ότι αποφεύγουν τον εναντίον του Φιλίππου πόλεμον πάντες οι στρατηγοί, τους οποίους ηθέλετε στείλει και εφευρίσκουν ιδιωτικούς πολέμους— διά να είπω ολίγην μαύρην αλήθειαν και διά τους στρατηγούς; Ιδού διατί· διότι εδώ μεν εις τον εναντίον του Φιλίππου πόλεμον τα κέρδη θα είνε ιδικά σας —διότι χάριν υμών γίνεται ο πόλεμος — και αν καταληφθή η Αμφίπολις σεις θα την πάρετε αμέσως, ενώ οι στρατηγοί έχουν ως κέρδος τους κινδύνους και αυτούς χωρίς κανένα μισθόν! Εκεί δε εις τους ιδιωτικούς πολέμους οι κίνδυνοι μεν είνε ολιγώτεροι, τα δε λάφυρα ανήκουν εις τους στρατηγούς και στρατιώτας —η Λάμψακος, το Σίγειον (7) και τα πλοία τα οποία γυμνώνουν. Έκαστος λοιπόν επιδιώκει, βλέπετε, το συμφέρον του…. | [28] τίνος γὰρ εἵνεκ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, νομίζετε τοῦτον μὲν φεύγειν τὸν πόλεμον πάντας ὅσους ἂν ἐκπέμψητε στρατηγούς, ἰδίους δ᾽ εὑρίσκειν πολέμους, εἰ δεῖ τι τῶν ὄντων καὶ περὶ τῶν στρατηγῶν εἰπεῖν; ὅτι ἐνταῦθα μέν ἐστι τἆθλ᾽ ὑπὲρ ὧν ἐστιν ὁ πόλεμος ὑμέτερα (Ἀμφίπολίς γ᾽ ἂν ληφθῇ, παραχρῆμ᾽ ὑμεῖς κομιεῖσθε), οἱ δὲ κίνδυνοι τῶν ἐφεστηκότων ἴδιοι, μισθὸς δ᾽ οὐκ ἔστιν· ἐκεῖ δὲ κίνδυνοι μὲν ἐλάττους, τὰ δὲ λήμματα τῶν ἐφεστηκότων καὶ τῶν στρατιωτῶν, Λάμψακος, Σίγειον, τὰ πλοῖ᾽ ἃ συλῶσιν. ἐπ᾽ οὖν τὸ λυσιτελοῦν αὑτοῖς ἕκαστοι χωροῦσιν. |
| Σεις δε, όταν ρίψετε βλέμμα εις την κατάστασιν των υποθέσεων σας και ιδήτε ότι είνε κακή, αμέσως κατηγορείτε τους στρατηγούς και τους φέρετε εις το δικαστήριον, έπειτα δε, όταν τους επιτρέψετε να απολογηθώσι και ακούσετε ότι όσα έγιναν έγιναν διότι δεν εστέλλετε μισθόν διά τους στρατιώτας, τότε τους αθωώνετε… Ποία ωφέλεια απομένει τότε εις σας; Ποία άλλη παρά αι μεταξύ σας φιλονεικίαι και διχόνοιαι, διότι οι μεν έχετε πεισθή περί της ενοχής των στρατηγών, οι δε περί της αθωώτητός των; αι δε υποθέσεις της πολιτείας εξακολουθούν τον κακόν δρόμον… Διότι πρωτύτερα μεν, ώ Αθηναίοι, ήσθε διηρημένοι εις συμμορίας (8) προς ευκολωτέραν είσπραξιν των συνεισφορών· τώρα δε: τώρα διοικείσθε με συμμορίας —με κόμματα! Ρήτωρ είνε ο ηγεμών και ο στρατηγός και είνε παρόντες οι έτοιμοι να επευφημήσωσι τριακόσιοι ! Όλοι οι άλλοι έχετε διαμοιρασθή οι μεν με το ένα κόμμα, οι δε με το άλλο (9)!…. |
[29] ὑμεῖς δ᾽, ὅταν μὲν εἰς τὰ πράγματ᾽ ἀποβλέψητε φαύλως ἔχοντα, τοὺς ἐφεστηκότας κρίνετε, ὅταν δὲ δόντες λόγον τὰς ἀνάγκας ἀκούσητε ταύτας, ἀφίετε. περίεστι τοίνυν ὑμῖν ἀλλήλοις ἐρίζειν καὶ διεστάναι, τοῖς μὲν ταῦτα πεπεισμένοις, τοῖς δὲ ταῦτα, τὰ κοινὰ δ᾽ ἔχειν φαύλως. πρότερον μὲν γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ συμμορίας εἰσεφέρετε, νυνὶ δὲ πολιτεύεσθε κατὰ συμμορίας. ῥήτωρ ἡγεμὼν ἑκατέρων, καὶ στρατηγὸς ὑπὸ τούτῳ καὶ οἱ βοησόμενοι, οἱ τριακόσιοι· οἱ δ᾽ ἄλλοι προσνενέμησθε οἱ μὲν ὡς τούτους, οἱ δ᾽ ὡς ἐκείνους. |
| Πρέπει λοιπόν να αφήσετε τας φιλονεικίας και τα κόμματα και αφού γίνετε κύριοι, κύριοι του εαυτού σας —έστω και τώρα, και αφού παύσετε να παρασύρεσθε από τους ρήτορας, αφήσατε ελεύθερον και το σκέπτεσθαι και το ομιλείν και το πράττειν. Εάν όμως εις μεν τους ρήτορας αφήσετε το δικαίωμα να σας διατάσσωσι (10), σαν να ήσαν τύραννοι σας, τους δε πλουσίους αναγκάσετε να τριηραρχώσι (11), να συνεισφέρωσι και να υπηρετώσιν ως στρατιώται, εις δε τους απόρους —τον λαόν επιτρέψετε μόνον ψηφίσματα να εκδίδωσι κατά των πλουσίων, να μη κοπιάζωσι δε και αυτοί εις τίποτε άλλο καθ’ ολοκληρίαν, αι τότε δεν θα γίνη από σας τίποτε—μα τίποτε από όσα πρέπει εγκαίρως· διότι οι αδικούμενοι κάθε φοράν δεν θα εκπληρώνωσι δεόντως το καθήκον των και τότε θα σας μείνη η ωφέλεια—να τιμωρήτε αυτούς·—ναι αυτούς αντί των εχθρών! | [30] δεῖ δὴ ταῦτ᾽ ἐπανέντας καὶ ὑμῶν αὐτῶν ἔτι καὶ νῦν γενομένους κοινὸν καὶ τὸ βουλεύεσθαι καὶ τὸ λέγειν καὶ τὸ πράττειν ποιῆσαι. εἰ δὲ τοῖς μὲν ὥσπερ ἐκ τυραννίδος ὑμῶν ἐπιτάττειν ἀποδώσετε, τοῖς δ᾽ ἀναγκάζεσθαι τριηραρχεῖν, εἰσφέρειν, στρατεύεσθαι, τοῖς δὲ ψηφίζεσθαι κατὰ τούτων μόνον, ἄλλο δὲ μηδ᾽ ὁτιοῦν συμπονεῖν, οὐχὶ γενήσεται τῶν δεόντων ἡμῖν οὐδὲν ἐν καιρῷ· τὸ γὰρ ἠδικημένον ἀεὶ μέρος ἐλλείψει, εἶθ᾽ ὑμῖν τούτους κολάζειν ἀντὶ τῶν ἐχθρῶν ἐξέσται. |
| Προτείνω λοιπόν εν συντόμω να συνεισφέρωσι πάντες—έκαστος αναλόγως της περιουσίας του· πάντες να υπηρετήτε ως στρατιώται κατά σειράν, μέχρις ου υπηρετήσετε όλοι· εις όλους τους αναβαίνοντας εις το βήμα να επιτρέψετε να ομιλώσιν ελευθέρως και να εκλέγετε τα άριστα εξ όσων θα ακούσετε και όχι όσα θα είπη ο δείνα ή ο δείνα. Και αν κάμνετε ταύτα — να είσθε βέβαιοι —ότι δεν θα επαινέσετε αμέσως μόνον τον ρήτορα δια τους ωραίους του λόγους, αλλά και τους εαυτούς σας ύστερον θα επαινέσετε διά τας καλάς σας αποφάσεις, διότι δι’ αυτών ολόκληρος η πολιτεία ασφαλώς θα έχη καλυτερεύση…. | [31] λέγω δὴ κεφάλαιον, πάντας εἰσφέρειν ἀφ᾽ ὅσων ἕκαστος ἔχει τὸ ἴσον· πάντας ἐξιέναι κατὰ μέρος, ἕως ἂν ἅπαντες στρατεύσησθε· πᾶσι τοῖς παριοῦσι λόγον διδόναι, καὶ τὰ βέλτισθ᾽ ὧν ἂν ἀκούσηθ᾽ αἱρεῖσθαι, μὴ ἃν ὁ δεῖν᾽ ἢ ὁ δεῖν᾽ εἴπῃ. κἂν ταῦτα ποιῆτε, οὐ τὸν εἰπόντα μόνον παραχρῆμ᾽ ἐπαινέσεσθε, ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ὕστερον, βέλτιον τῶν ὅλων πραγμάτων ὑμῖν ἐχόντων. |
1) Υπαινίσσεται τους ρήτορας οι οποίοι πληρωνόμενοι από τον Φίλιππον εξυπηρέτουν τα σχέδιά του.
2) Το μυστικόν αυτό ήτο συμφωνία του Φιλίππου με τους πρέσβεις των Αθηναίων, κατά την οποίαν οι μεν Αθ. υπεσχέθησαν να δώσωσι εις τον Φιλ. την Πύδναν, ούτος δε εις τους Αθην. την Αμφίπολιν· τούτο διά να μη το μάθουν οι Πυδναίοι οι πρέσβεις των Αθην. μυστικώς το ανεκοίνωσαν εις την βουλήν και όχι εις τον λαόν.
3) Αθηναϊκή κτήσις, ην κυριεύσας έδωκε τας γαίας εις τους Ολυνθίους
4) Εννοεί τον Κορινθιακόν πόλεμον, 395 π.Χ.
5) Οι μισθοφόροι και ο Χάρης και Χαρίδημος.
6) Οι Αθηναίοι είχον χάσει όλας τας εν Θράκη κτήσεις των, πλην της Ολύνθου αλλά και ταύτην διά πολέμου έπρεπε να ασφαλίσωσι.
7) Εννοεί τον Χάρητα, ο οποίος είχε λάβει τας πόλεις ταύτας ως αμοιβήν από τον Αρτάβαζον, διά την βοήθειαν, την οποίαν του παρέσχεν.
8) Τότε 1200 πολίται, ήτοι 120 εξ εκάστης φυλής —οι πλουσιώτατοι— διηρούντο εις 20 συμορίας· εκάστη περιελάμβανεν 60 πλουσίους των οποίων 15 οι πλουσιώτεροι προκατέβαλλον όλον το ποσόν, το οποίον αναλογούσεν εις την συμμορίαν, έπειτα δε εισέπραττον ησύχως παρά των άλλων το αναλογούν μερίδιον. Οι 15 ούτοι διώκουν την συμμορίαν αυτοβούλως, οι δε 300 τας συμμορίας. Οι 15 είχον επί κεφαλής ένα ηγεμόνα και ένα επιμελητήν.
9) Όπως εις τας συμμορίας κύρια πρόσωπα ήσαν ο ηγεμών και ο επιμελητής, ούτω και εις τα κόμματα κύρια πρόσωπα ήσαν ο ρήτωρ, ο οποίος ήτο ό,τι και ο ηγεμών εις τας συμμορίας, και ο στρατηγός, ο οποίος ήτο ό,τι ο επιμελητής. Κατόπιν ήρχοντο οι κομματάρχαι, όπως οι 300 εις τας συμμορίας, και έπειτα οι αγελαίοι.
10) Εννοεί τον Εύβουλον και Αριστοφώντα και άλλους δημαγωγούς, οι οποίοι κολακεύοντας τον λαόν έκαμνον ό,τι ήθελον.
11) Η τριηραρχία ήτο εν εκ των πολλών δημοσίων βαρών, τα οποία επέβαλλον οι Αθηναίοι εις τους πλουσίους. Κατ’ αυτήν οι πλούσιοι εν καιρώ πολέμου παρείχον εξ ιδίων εξόδων πλοία πολεμικά, τριήρεις, τας οποίας ή αυτοί ή δι’ άλλων εδιοικούσαν.
Ὀλυνθιακὸς Γʹ
Μετάφραση-Σχόλια Νικ. Σ. Γκινόπουλος
| Δεν μου έρχεται εις τον νουν, ώ Αθηναίοι, να έχω τας ιδίας σκέψεις, τας ιδίας εντυπώσεις, και όταν προσέξω εις τα πράγματα και όταν προσέξω εις τους λόγους, τους οποίους ακούω· διότι τα πράγματα δεν συμφωνούσιν εντελώς με τους λόγους. Και παρατηρώ ότι οι μεν λόγοι στρέφονται εις το ζήτημα: Πώς να τιμωρήσωμεν τον Φίλιππον, ενώ τα πράγματα παρατηρώ ότι κατήντησαν εις τοιούτο σημείον, ώστε να παρίσταται ανάγκη να σκεφθώμεν, όχι πώς να τιμωρήσωμεν τον Φίλιππον, αλλά πώς να μη κακοποιηθώμεν ημείς πρωτύτερα από αυτόν. Όσοι λοιπόν σας λέγουν τέτοια πράγματα μου φαίνεται, ότι δεν κάμνουν τίποτε άλλο, παρά ότι πλανώνται, επειδή σας παριστάνουν όχι την αληθινήν κατάστασιν της υποθέσεως, περί της οποίας σκέπτεσθε. | [1] οὐχὶ ταὐτὰ παρίσταταί μοι γιγνώσκειν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅταν τ᾽ εἰς τὰ πράγματ᾽ ἀποβλέψω καὶ ὅταν πρὸς τοὺς λόγους οὓς ἀκούω· τοὺς μὲν γὰρ λόγους περὶ τοῦ τιμωρήσασθαι Φίλιππον ὁρῶ γιγνομένους, τὰ δὲ πράγματ᾽ εἰς τοῦτο προήκοντα, ὥσθ᾽ ὅπως μὴ πεισόμεθ᾽ αὐτοὶ πρότερον κακῶς σκέψασθαι δέον. οὐδὲν οὖν ἄλλο μοι δοκοῦσιν οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες ἢ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς βουλεύεσθε, οὐχὶ τὴν οὖσαν παριστάντες ὑμῖν ἁμαρτάνειν. |
| Μάλιστα, υπήρξεν εποχή, κατά την οποίαν η πόλις μας ήτο ικανή, όχι μόνον τας κτήσεις της ασφαλώς να διατηρή, αλλά και τον Φίλιππον να τιμωρήση—αυτό το ηξεύρω, και το ηξεύρω πολύ καλά· διότι επί των ημερών μου και ουχί προ πολλού χρόνου ήσαν δυνατά και τα δύο αυτά· τόρα όμως είμαι πεπεισμένος ότι είνε αρκετόν εις ημάς να προλάβωμεν κατ’ αρχάς το εξής: πώς να σώσωμεν τους συμμάχους μας—πριν τιμωρήσωμεν τον Φίλιππον! Διότι, αν τούτο ασφαλώς επιτύχωμεν, τότε θα είνε δυνατόν να σκεπτώμεθα ποίον θα τιμωρήσωμεν και με ποίον τρόπον· πριν δε θέσωμεν ορθώς την βάσιν του ζητήματος—την σωτηρίαν των συμμάχων, νομίζω ότι είνε μάταιον να κάμνωμεν οιονδήποτε λόγον περί του τέλους αυτού—πώς δηλαδή να τιμωρήσωμεν τον Φίλιππον… | [2] ἐγὼ δέ, ὅτι μέν ποτ᾽ ἐξῆν τῇ πόλει καὶ τὰ αὑτῆς ἔχειν ἀσφαλῶς καὶ Φίλιππον τιμωρήσασθαι, καὶ μάλ᾽ ἀκριβῶς οἶδα· ἐπ᾽ ἐμοῦ γάρ, οὐ πάλαι γέγονεν ταῦτ᾽ ἀμφότερα· νῦν μέντοι πέπεισμαι τοῦθ᾽ ἱκανὸν προλαβεῖν ἡμῖν εἶναι τὴν πρώτην, ὅπως τοὺς συμμάχους σώσομεν. ἐὰν γὰρ τοῦτο βεβαίως ὑπάρξῃ, τότε καὶ περὶ τοῦ τίνα τιμωρήσεταί τις καὶ ὃν τρόπον ἐξέσται σκοπεῖν· πρὶν δὲ τὴν ἀρχὴν ὀρθῶς ὑποθέσθαι, μάταιον ἡγοῦμαι περὶ τῆς τελευτῆς ὁντινοῦν ποιεῖσθαι λόγον. |
| Αι παρούσαι περιστάσεις —τόρα περισσότερον από άλλοτε — έχουν τω όντι, ανάγκην μεγάλης σκέψεως και συνεχούς φροντίδος· αλλ’ εγώ δεν θεωρώ δυσκολώτατον πράγμα το να συμβουλεύσω τί απαιτούν αι σημεριναί περιστάσεις, αλλά δεν ηξεύρω το εξής: με ποίον τρόπον πρέπει, ώ Αθηναίοι, να σας ομιλήσω περί αυτών (1). Διότι είμαι πεπεισμένος—εξ όσων όχι μόνον εγώ, αλλά μαζί με άλλους θετικώς γνωρίζω και εξ ιδίας αντιλήψεως και εξ ακοής—αι περισσότεραι περιστάσεις μας έφυγαν από τα χέρια, μάλλον διότι δεν θέλετε να κάμνετε ό,τι πρέπει, παρά διότι δεν εννοείτε. Αλλά νομίζω δίκαιον, εάν ομιλώ με κάποιαν ελευθεροστομίαν, να υποφέρετε τούτο, εξετάζοντες μόνον αν λέγω την αλήθειαν και αν ομιλώ διά τον λόγον αυτόν, ίνα και αι άλλαι υποθέσεις σας πάρουν καλύτερον δρόμον διότι βλέπετε ότι με το να ομιλώσι μερικοί —γνωστοί προδόται— προς ευχαρίστησιν των ακροατών, η παρούσα κατάστασις έφθασεν εις κάθε είδος αθλιότητος. | [3] ὁ μὲν οὖν παρὼν καιρός, εἴπερ ποτέ, πολλῆς φροντίδος καὶ βουλῆς δεῖται· ἐγὼ δ᾽ οὐχ ὅ τι χρὴ περὶ τῶν παρόντων συμβουλεῦσαι χαλεπώτατον ἡγοῦμαι, ἀλλ᾽ ἐκεῖν᾽ ἀπορῶ, τίνα χρὴ τρόπον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς ὑμᾶς περὶ αὐτῶν εἰπεῖν. πέπεισμαι γὰρ ἐξ ὧν παρὼν καὶ ἀκούων σύνοιδα, τὰ πλείω τῶν πραγμάτων ἡμᾶς ἐκπεφευγέναι τῷ μὴ βούλεσθαι τὰ δέοντα ποιεῖν ἢ τῷ μὴ συνιέναι. ἀξιῶ δ᾽ ὑμᾶς, ἂν μετὰ παρρησίας ποιῶμαι τοὺς λόγους, ὑπομένειν, τοῦτο θεωροῦντας, εἰ τἀληθῆ λέγω, καὶ διὰ τοῦτο, ἵνα τὰ λοιπὰ βελτίω γένηται· ὁρᾶτε γὰρ ὡς ἐκ τοῦ πρὸς χάριν δημηγορεῖν ἐνίους εἰς πᾶν προελήλυθε μοχθηρίας τὰ παρόντα. |
| Αλλ’ αναγκαίον θεωρώ να σας υπενθυμίσω πρώτον ολίγα γεγονότα. Ενθυμείσθε βέβαια, ώ Αθηναίοι, ότε σας ήλθεν η αγγελία ότι ο Φίλιππος ήτο εν Θράκη —είνε τόρα τρία η τέσσαρα χρόνια — και επολιόρκει το Ηραίον τείχος (2)· τότε λοιπόν—ήτο ο μην Μαιμακτηριών (3) και επειδή εγίνοντο πολλαί συζητήσεις και ο θόρυβος μεταξύ σας ήτο ισχυρός και διαρκής—απεφασίσατε να αποστείλετε τεσσαράκοντα πολεμικά πλοία και να εισέλθετε εις αυτά οι ίδιοι οι πολίται, οι έχοντες ηλικίαν έως τεσσαράκοντα πέντε ετών, και να γίνη συνεισφορά από εξήκοντα τάλαντα. | [4] ἀναγκαῖον δ᾽ ὑπολαμβάνω μικρὰ τῶν γεγενημένων πρῶτον ὑμᾶς ὑπομνῆσαι. μέμνησθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτ᾽ ἀπηγγέλθη Φίλιππος ὑμῖν ἐν Θρᾴκῃ τρίτον ἢ τέταρτον ἔτος τουτὶ Ἡραῖον τεῖχος πολιορκῶν. τότε τοίνυν μὴν μὲν ἦν μαιμακτηριών· πολλῶν δὲ λόγων καὶ θορύβου γιγνομένου παρ᾽ ὑμῖν ἐψηφίσασθε τετταράκοντα τριήρεις καθέλκειν καὶ τοὺς μέχρι πέντε καὶ τετταράκοντ᾽ ἐτῶν αὐτοὺς ἐμβαίνειν καὶ τάλανθ᾽ ἑξήκοντ᾽ εἰσφέρειν. |
| Και μετά ταύτα επέρασε το έτος εκείνο, επέρασαν και του επομένου οι μήνες Εκατομβαιών, Μεταγειτνιών και Βοηδρομιών (4) και μόλις κατά τον μήνα αυτόν και μετά τα Ελευσίνια μυστήρια (5) απεστείλατε τον Χαρίδημον με τί; με δέκα μόνον πλοία, κενά πολιτών—διά να τα γεμίση αυτός από μισθοφόρους— και με πέντε μόνον τάλαντα αργυρών νομισμάτων!….. Διότι μόλις σας ήλθεν η είδησις ότι ο Φίλιππος αληθώς ησθένει ή ότι απέθανε — διότι και αι δύο ειδήσεις ήλθον— νομίσαντες ότι δεν ήτο πλέον κατάλληλος περίστασις να στείλετε βοήθειαν, εγκαταλείψατε, ω Αθηναίοι, την αποστολήν των πλοίων. Και εν τούτοις η περίστασις εκείνη, την οποίαν σεις παρημελήσατε, ήτο η καθαυτό κατάλληλος περίστασις να τρέξωμεν εις βοήθειαν διότι, εάν τότε με προθυμίαν ετρέχομεν εις την Θράκην— όπως είχομεν αποφασίσει—, δεν θα μας ηνώχλει σήμερον ο Φίλιππος, αλλ’ ημείς—ναι ημείς με την αμέλειαν μας τον εσώσαμεν!.. | [5] καὶ μετὰ ταῦτα διελθόντος τοῦ ἐνιαυτοῦ τούτου ἑκατομβαιών, μεταγειτνιών, βοηδρομιών· τούτου τοῦ μηνὸς μόγις μετὰ τὰ μυστήρια δέκα ναῦς ἀπεστείλατ᾽ ἔχοντα κενὰς Χαρίδημον καὶ πέντε τάλαντ᾽ ἀργυρίου. ὡς γὰρ ἠγγέλθη Φίλιππος ἀσθενῶν ἢ τεθνεώς (ἦλθε γὰρ ἀμφότερα ), οὐκέτι καιρὸν οὐδένα τοῦ βοηθεῖν νομίσαντες ἀφεῖτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸν ἀπόστολον. ἦν δ᾽ οὗτος ὁ καιρὸς αὐτός· εἰ γὰρ τότ᾽ ἐκεῖσ᾽ ἐβοηθήσαμεν, ὥσπερ ἐψηφισάμεθα, προθύμως, οὐκ ἂν ἠνώχλει νῦν ἡμῖν ὁ Φίλιππος σωθείς. |
| Αλλά τα γενόμενα δεν είνε τόρα δυνατόν να μεταβληθώσιν—ό,τι έγινεν—έγινε· σήμερον μας ήλθε μία ευκαιρία άλλου πολέμου, χάριν της οποίας ανέφερα τα ανωτέρω, ίνα μη πάθετε τα ίδια, τα οποία επάθετε και τότε· πώς λοιπόν θα μεταχειρισθώμεν την ευκαιρίαν αυτήν, ω Αθηναίοι; πρέπει να τρέξετε εις βοήθειαν διότι, εάν δεν τρέξετε εις βοήθειαν και μάλιστα με όλην σας την δύναμιν, κυττάξετε να ιδήτε κατά ποίον τρόπον σεις θα διεξαγάγετε όλον τον πόλεμον προς ωφέλειαν του Φιλίππου, σαν να είσθε στρατηγοί του. | [6] τὰ μὲν δὴ τότε πραχθέντ᾽ οὐκ ἂν ἄλλως ἔχοι· νῦν δ᾽ ἑτέρου πολέμου καιρὸς ἥκει τις, δι᾽ ὃν καὶ περὶ τούτων ἐμνήσθην, ἵνα μὴ ταὐτὰ πάθητε. τί δὴ χρησόμεθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τούτῳ; εἰ γὰρ μὴ βοηθήσετε παντὶ σθένει κατὰ τὸ δυνατόν, θεάσασθ᾽ ὃν τρόπον ὑμεῖς ἐστρατηγηκότες πάντ᾽ ἔσεσθ᾽ ὑπὲρ Φιλίππου. |
| Υπήρχον οι Ολύνθιοι κάτοχοι αρκετής δυνάμεως, και τα πράγματα ευρίσκοντο εις μίαν κατάστασιν, κατά την οποίαν και ο Φίλιππος εφοβείτο αυτούς και ούτοι τον Φίλιππον. Ημείς λοιπόν ενηργήσαμεν και με κόπον κατωρθώσαμεν να συνάψωμεν ειρήνην προς εκείνους και εκείνοι συνήψαν με ημάς, αλλά τούτο ήτο, σαν ένα μεγάλο εμπόδιον εις τον Φίλιππον και σαν μεγάλη δυσκολία— μία πόλις δηλαδή μεγάλη, σαν την Όλυνθον, να είνε συμφιλιωμένη με ημάς και να τον παραμονεύη εις τα ατυχήματα του, περιμένουσα ευκαιρίαν όπως επιπέση κατ’ αυτού. Εσκεπτόμεθα ότι έπρεπε με κάθε τρόπον να κάμωμεν εχθρούς του Φιλίππου τους ανθρώπους αυτούς· και εκείνο, το οποίον προ ολίγου πάντες επεθύμουν και εψιθύριζον, κατωρθώθη — δεν εξετάζω πως· αρκεί ότι κατωρθώθη…. | [7] ὑπῆρχον Ὀλύνθιοι δύναμίν τινα κεκτημένοι, καὶ διέκειθ᾽ οὕτω τὰ πράγματα· οὔτε Φίλιππος ἐθάρρει τούτους οὔθ᾽ οὗτοι Φίλιππον. ἐπράξαμεν ἡμεῖς κἀκεῖνοι πρὸς ἡμᾶς εἰρήνην· ἦν τοῦθ᾽ ὥσπερ ἐμπόδισμά τι τῷ Φιλίππῳ καὶ δυσχερές, πόλιν μεγάλην ἐφορμεῖν τοῖς ἑαυτοῦ καιροῖς διηλλαγμένην πρὸς ἡμᾶς. ἐκπολεμῶσαι δεῖν ᾠόμεθα τοὺς ἀνθρώπους ἐκ παντὸς τρόπου, καὶ ὃ πάντες ἐθρύλουν, πέπρακται νυνὶ τοῦθ᾽ ὁπωσδήποτε. |
| Τί άλλο λοιπόν υπολείπεται να κάμωμεν, ώ Αθηναίοι, παρά να βοηθήσωμεν τους Ολυνθίους—και να τους βοηθήσωμεν με δύναμιν και προθυμίαν; Εγώ βεβαίως δεν βλέπω άλλο τι· διότι εκτός της αδοξίας, η οποία θα εσκέπαζεν, εάν εχαλαρώναμε κατά τι την προσοχήν μας, βλέπω ότι ούτε και ο φόβος, τον οποίον μας επιφυλάσσει το μέλλον, θα είνε μικρός, διότι οι μεν Θηβαίοι διάκεινται προς ημάς εχθρικώς, οι δε Φωκείς απέκαμαν από τα έξοδα των χρημάτων και επομένως δέν υπάρχει κανένα εμπόδιον εις τον Φίλιππον —αφ’ ου λάβη με το μέρος του την Όλυνθον και τας άλλας Χαλκιδικάς πόλεις—να στραφή προς την Αττικήν!… | [8] τί οὖν ὑπόλοιπον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πλὴν βοηθεῖν ἐρρωμένως καὶ προθύμως; ἐγὼ μὲν οὐχ ὁρῶ· χωρὶς γὰρ τῆς περιστάσης ἂν ἡμᾶς αἰσχύνης, εἰ καθυφείμεθά τι τῶν πραγμάτων, οὐδὲ τὸν φόβον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μικρὸν ὁρῶ τὸν τῶν μετὰ ταῦτα, ἐχόντων μὲν ὡς ἔχουσι Θηβαίων ἡμῖν, ἀπειρηκότων δὲ χρήμασι Φωκέων, μηδενὸς δ᾽ ἐμποδὼν ὄντος Φιλίππῳ τὰ παρόντα καταστρεψαμένῳ πρὸς ταῦτ᾽ ἐπικλῖναι τὰ πράγματα. |
| Αλλ’ όμως, εάν κανείς από σας αναβάλλη να κάμη ό,τι πρέπει μέχρι της στιγμής, κατά την οποίαν θα μας επιτεθή, θέλει—χωρίς άλλο—να ίδει εκ του πλησίον τα φοβερά, ενώ του είνε δυνατόν να ακούη ότι γίνονται αλλού—εις την Μακεδονίαν και την Χαλκιδικήν, και θέλει να ζητή διά τον εαυτόν του βοηθούς, ενώ του είνε δυνατόν να βοηθή και αυτός τους άλλους· ότι δε εις αυτό το σημείον θα καταντήσωσι σιγά-σιγά τα πράγματα—, εάν εγκαταλείψωμεν αχρησιμοποίητον την παρούσαν περίστασιν —, σχεδόν όλοι βέβαια το ηξεύρομεν. | [9] ἀλλὰ μὴν εἴ τις ὑμῶν εἰς τοῦτ᾽ ἀναβάλλεται ποιήσειν τὰ δέοντα, ἰδεῖν ἐγγύθεν βούλεται τὰ δεινά, ἐξὸν ἀκούειν ἄλλοθι γιγνόμενα, καὶ βοηθοὺς ἑαυτῷ ζητεῖν, ἐξὸν νῦν ἑτέροις αὐτὸν βοηθεῖν· ὅτι γὰρ εἰς τοῦτο περιστήσεται τὰ πράγματα, ἐὰν τὰ παρόντα προώμεθα, σχεδὸν ἴσμεν ἅπαντες δήπου. |
| Μάλιστα! πρέπει να βοηθήσωμεν τους Ολυνθίους—ημπορεί να είπη κανείς· αυτό όλοι το ηξεύρομεν και θα βοηθήσωμεν. Αλλά με ποίον τρόπον; Αυτό ειπέ μας. Αί καλά· μη απορήσετε λοιπόν, ώ Αθηναίοι, αν είπω κάτι τι παράξενον —κατά την κρίσιν των περισσοτέρων σας: Διορίσατε νομοθέτας· και δι’ αυτών μη κάμετε κανένα νόμον —διότι έχετε αρκετούς νόμους!— αλλά καταργήσατε εκείνους, οι οποίοι εις την παρούσαν περίστασιν σας είνε επιβλαβείς… | [10] ἀλλ᾽ ὅτι μὲν δὴ δεῖ βοηθεῖν, εἴποι τις ἄν, πάντες ἐγνώκαμεν, καὶ βοηθήσομεν· τὸ δ᾽ ὅπως, τοῦτο λέγε. μὴ τοίνυν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, θαυμάσητε, ἂν παράδοξον εἴπω τι τοῖς πολλοῖς. νομοθέτας καθίσατε. ἐν δὲ τούτοις τοῖς νομοθέταις μὴ θῆσθε νόμον μηδένα (εἰσὶ γὰρ ὑμῖν ἱκανοί), ἀλλὰ τοὺς εἰς τὸ παρὸν βλάπτοντας ὑμᾶς λύσατε. |
| Λέγω τους νόμους περί των θεωρικών—και το λέγω καθαρά, όπως βλέπετε!—και μερικούς εξ εκείνων, οι οποίοι αφορώσι εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, διότι εξ αυτών οι μεν τα στρατιωτικά χρήματα διαμοιράζουν ως θεωρικά, οι δε τους λιποτακτούντας τους αφήνουν ατιμωρήτους, και φυσικά τούτο κάμνει απροθυμοτέρους εκείνους, οι οποίοι θέλουν να κάμουν το καθήκον των. Όταν δε καταργήσετε τους νόμους τούτους και έτσι δύναται κανείς αφόβως να αναβαίνη εις το βήμα και να λέγη τα συμφερώτατα, τότε προσπαθήσατε να εύρετε τον πολίτην, ο οποίος θα σας προτείνη να ψηφίσετε, όσα πάντες γνωρίζετε ότι είνε ωφέλιμα. | [11] λέγω τοὺς περὶ τῶν θεωρικῶν, σαφῶς οὑτωσί, καὶ τοὺς περὶ τῶν στρατευομένων ἐνίους, ὧν οἱ μὲν τὰ στρατιωτικὰ τοῖς οἴκοι μένουσι διανέμουσι θεωρικά, οἱ δὲ τοὺς ἀτακτοῦντας ἀθῴους καθιστᾶσιν, εἶτα καὶ τοὺς τὰ δέοντα ποιεῖν βουλομένους ἀθυμοτέρους ποιοῦσιν. ἐπειδὰν δὲ ταῦτα λύσητε καὶ τὴν τοῦ τὰ βέλτιστα λέγειν ὁδὸν παράσχητ᾽ ἀσφαλῆ, τηνικαῦτα τὸν γράψονθ᾽ ἃ πάντες ἴσθ᾽ ὅτι συμφέρει ζητεῖτε. |
| Πριν δε κάμετε αυτά μην κυττάτε να εύρετε εκείνον, που θα θελήση να καταστραφή από σας, αφού προτείνη τα ωφελιμώτατα διά σας· διότι δεν θα εύρετε τοιούτον! Και μάλιστα, αφού τούτο μόνον θα κερδίση—να πάθη κάτι κακόν αδίκως, εκείνος ο οποίος θα είπη και θα τα προτείνη εγγράφως, και ακόμη να μη προσφέρη καμμίαν ωφέλειαν εις την πόλιν, αλλά και να κάμη εις το μέλλον την συμβουλήν των ωφελίμων περισσότερον φοβερωτέραν από ό,τι είνε τόρα! Και πρέπει να απαιτήσετε, ώ Αθηναίοι, να καταργήσουν τους νόμους τούτους εκείνοι ακριβώς, οι οποίοι και τους ενομοθέτησαν. | [12] πρὶν δὲ ταῦτα πρᾶξαι, μὴ σκοπεῖτε τίς εἰπὼν τὰ βέλτισθ᾽ ὑπὲρ ὑμῶν ὑφ᾽ ὑμῶν ἀπολέσθαι βουλήσεται· οὐ γὰρ εὑρήσετε, ἄλλως τε καὶ τούτου μόνου περιγίγνεσθαι μέλλοντος, παθεῖν ἀδίκως τι κακὸν τὸν ταῦτ᾽ εἰπόντα καὶ γράψαντα, μηδὲν δ᾽ ὠφελῆσαι τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ λοιπὸν μᾶλλον ἔτ᾽ ἢ νῦν τὸ τὰ βέλτιστα λέγειν φοβερώτερον ποιῆσαι. καὶ λύειν γ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοὺς νόμους δεῖ τούτους τοὺς αὐτοὺς ἀξιοῦν οἵπερ καὶ τεθήκασιν· |
| Διότι δεν είνε δίκαιον η μεν αγάπη του λαού—αγάπη, η οποία έβλαπτε διαρκώς ολόκληρον την πόλιν, να είνε μαζί με εκείνους, οι οποίοι ενομοθέτησαν τότε τους νόμους αυτούς, το δε μίσος—το οποίον θα προέλθη εκ της καταργήσεως των νόμων και διά του οποίου ηθέλομεν ευτυχήσει, να γίνη τόρα αιτία βλάβης εις εκείνον, ο οποίος ήθελεν είπει τα ωφελημώτατα. Προτού δε τακτοποιήσετε ταύτα μη πιστεύετε ότι θα ευρεθή κανείς ο οποίος να είνε τόσον μεγάλος και ισχυρός πλησίον σας, ώστε να κατορθώση να μη τιμωρηθή, αφού προτείνη την κατάργησιν των θεωρικών, ούτε τόσον ανόητος, ώστε να ρίψη τον εαυτόν του εις προφανή κίνδυνον. | [13] οὐ γάρ ἐστι δίκαιον, τὴν μὲν χάριν, ἣ πᾶσαν ἔβλαπτε τὴν πόλιν, τοῖς τότε θεῖσιν ὑπάρχειν, τὴν δ᾽ ἀπέχθειαν, δι᾽ ἧς ἂν ἅπαντες ἄμεινον πράξαιμεν, τῷ νῦν τὰ βέλτιστ᾽ εἰπόντι ζημίαν γενέσθαι. πρὶν δὲ ταῦτ᾽ εὐτρεπίσαι, μηδαμῶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μηδέν᾽ ἀξιοῦτε τηλικοῦτον εἶναι παρ᾽ ὑμῖν ὥστε τοὺς νόμους τούτους παραβάντα μὴ δοῦναι δίκην, μηδ᾽ οὕτως ἀνόητον ὥστ᾽ εἰς προῦπτον κακὸν αὑτὸν ἐμβαλεῖν. |
| Και το εξής βέβαια δεν πρέπει να αγνοήτε, ω Αθηναίοι, ότι η απόφασις μόνον δεν αξίζει τίποτε, εάν δεν προστεθή εις αυτό η θέλησις και η προθυμία να εκτελήτε, αν όχι όσα οφείλετε, τουλάχιστον όσα αποφασίσετε. Διότι αν αι αποφάσεις ήσαν μόναι των ικαναί, ή να σας αναγκάζουν να κάμνετε όσα πρέπει, ή να εκτελή τε εκείνα, διά τα οποία κάθε φοράν θα ελαμβάνοντο, ούτε σεις—ενώ πολλά αποφασίζετε—ολίγα, ή μάλλον τίποτε δεν θα εκάμνετε εξ αυτών, ούτε ο Φίλιππος θα εφέρετο αυθαδώς επί τόσον χρόνον· διότι προ πολλού θα είχε τιμωρηθή, αν εξηρτάτο, αν ήρκουν μόνον αι αποφάσεις… | [14] οὐ μὴν οὐδ᾽ ἐκεῖνό γ᾽ ὑμᾶς ἀγνοεῖν δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι ψήφισμ᾽ οὐδενὸς ἄξιόν ἐστιν, ἂν μὴ προσγένηται τὸ ποιεῖν ἐθέλειν τά γε δόξαντα προθύμως [ὑμᾶς]. εἰ γὰρ αὐτάρκη τὰ ψηφίσματ᾽ ἦν ἢ ὑμᾶς ἀναγκάζειν ἃ προσήκει πράττειν ἢ περὶ ὧν γραφείη διαπράξασθαι, οὔτ᾽ ἂν ὑμεῖς πολλὰ ψηφιζόμενοι μικρά, μᾶλλον δ᾽ οὐδὲν ἐπράττετε τούτων, οὔτε Φίλιππος τοσοῦτον ὑβρίκει χρόνον· πάλαι γὰρ ἂν εἵνεκά γε ψηφισμάτων ἐδεδώκει δίκην. |
| Αλλά —δυστυχώς—δεν είνε έτσί· διότι η ενέργεια, αν και είνε πράγμα υστερώτερον κατά την τάξιν από την ομιλίαν και την απόφασιν, εν τούτοις κατά την δύναμιν είνε ανώτερον και αποτελεσματικώτερον και από τα δυό αυτά. Η ενέργεια λοιπόν πρέπει να προστεθή, διότι όλα τα άλλα υπάρχουν διότι και άνθρωποι, ώ Αθηναίοι, υπάρχουν, οι οποίοι ημπορούν να σας προτείνουν όσα πρέπει και σεις πάλιν είσθε ικανώτατοι να αποφασίσετε περί των προταθέντων και έργα θα ημπορέσετε να κάμετε τόρα εις τον πόλεμον αυτόν, εάν κάμετε το καθήκόν σας—εάν καταργήσετε τα θεωρικά. | [15] ἀλλ᾽ οὐχ οὕτω ταῦτ᾽ ἔχει· τὸ γὰρ πράττειν τοῦ λέγειν καὶ χειροτονεῖν ὕστερον ὂν τῇ τάξει, πρότερον τῇ δυνάμει καὶ κρεῖττόν ἐστιν. τοῦτ᾽ οὖν δεῖ προσεῖναι, τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ὑπάρχει· καὶ γὰρ εἰπεῖν τὰ δέοντα παρ᾽ ὑμῖν εἰσιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δυνάμενοι, καὶ γνῶναι πάντων ὑμεῖς ὀξύτατοι τὰ ῥηθέντα, καὶ πρᾶξαι δὲ δυνήσεσθε νῦν, ἐὰν ὀρθῶς ποιῆτε. |
| Διότι ποίον χρόνον ή ποίαν ευκαιρίαν, ώ Αθηναίοι, καλυτέραν από την σημερινήν, ζητείτε; Ή πότε θα κάμετε ό,τι πρέπει, αν δεν το κάμετε τόρα; Δεν μας επήρεν ο άνθρωπος αυτός όλα τα οχυρά μέρη μας, εάν δε τόρα γίνη κύριος και της Ολύνθου, δεν θα πάθωμεν τα αισχρότατα από όλους τους ανθρώπους; Δεν ευρίσκονται εις πόλεμον εκείνοι, τους οποίους θα υπεσχόμεθα προθύμως να σώσωμεν, αν ήθελον κάμει πόλεμον; | [16] τίνα γὰρ χρόνον ἢ τίνα καιρόν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦ παρόντος βελτίω ζητεῖτε; ἢ πόθ᾽ ἃ δεῖ πράξετ᾽, εἰ μὴ νῦν; οὐχ ἅπαντα μὲν ἡμῶν προείληφε τὰ χωρί᾽ ἅνθρωπος, εἰ δὲ καὶ ταύτης κύριος τῆς χώρας γενήσεται, πάντων αἴσχιστα πεισόμεθα; οὐχ οὕς, εἰ πολεμήσαιεν, ἑτοίμως σώσειν ὑπισχνούμεθα, οὗτοι νῦν πολεμοῦσιν; |
| Δεν είνε εχθρός ο Φίλιππος; Δεν κατακρατεί τα ιδικά μας μέρη; Δεν είνε βάρβαρος; Ό,τι κι’ αν του πη κανείς, δεν του ταιριάζει; Αλλά, δι’ όνομα του θεού, αφού τα παραμελήσωμεν όλα— όσα ήρπασεν ή αρπάζει, και αφού γίνωμεν σχεδόν συνεργοί του— με την αμέλειαν μας, άρα γε τότε θα ζητήσωμεν να εύρωμεν ποίοι είνε οι αίτιοι της παραμελήσεως και της συνεργείας; Διότι ημείς οι ίδιοι ποτέ δεν θα παραδεχθώμεν—αυτό το ξέρω πολύ καλά εγώ—ότι είμεθα οι αίτιοι. Διότι ούτε και από τους λιποτάκτας του πολέμου κανείς δεν κατηγορεί τον εαυτόν του, αλλά περισσότερον κατηγορεί τον στρατηγόν και τους πλησίον του και όλους τους άλλους παρά τον εαυτόν του· και εν τούτοις ενικήθησαν εξ αιτίας βεβαίως όλων των λιποτακτησάντων. Διότι ήτο εις την εξουσίαν του κατηγορούντος τους άλλους να μείνη εις την θέσιν του· και, εάν καθένας το έκαμνεν αυτό, θα ενίκων—βεβαίως θα ενίκων! | [17] οὐκ ἐχθρός; οὐκ ἔχων τὰ ἡμέτερα; οὐ βάρβαρος; οὐχ ὅ τι ἂν εἴποι τις; ἀλλὰ πρὸς θεῶν πάντ᾽ ἐάσαντες καὶ μόνον οὐχὶ συγκατασκευάσαντες αὐτῷ, τότε τοὺς αἰτίους οἵτινες τούτων ζητήσομεν; οὐ γὰρ αὐτοί γ᾽ αἴτιοι φήσομεν εἶναι, σαφῶς οἶδα τοῦτ᾽ ἐγώ. οὐδὲ γὰρ ἐν τοῖς τοῦ πολέμου κινδύνοις τῶν φυγόντων οὐδεὶς ἑαυτοῦ κατηγορεῖ, ἀλλὰ τοῦ στρατηγοῦ καὶ τῶν πλησίον καὶ πάντων μᾶλλον, ἥττηνται δ᾽ ὅμως διὰ πάντας τοὺς φυγόντας δήπου· μένειν γὰρ ἐξῆν τῷ κατηγοροῦντι τῶν ἄλλων, εἰ δὲ τοῦτ᾽ ἐποίει ἕκαστος, ἐνίκων ἄν. |
| Έτσι και τόρα· δεν λέγει κανείς ωφέλιμα; ας σηκωθή άλλος και ας τα είπη· αλλ’ όμως ας μη κατηγορή τον πρώτον. Λέγει κανείς άλλος ωφελιμώτερα; κάμετε αυτά — και κάμετε τα με την ευχήν του θεού!… Δεν είνε ευχάριστα όσα προτείνει; Δεν πταίει πλέον δι’ αυτό ο ρήτωρ. Ναι, αλλά κάμνει αδικίαν—θα είπη κανείς, διότι παραλείπει να ευχηθή εις τον θεόν, αν και είνε πρέπον! Να ευχηθή κανείς, ώ Αθηναίοι, είνε εύκολον, αφού συναθροίση εις μίαν και την αυτήν ευχήν όσας ευχάς θέλει χωρίς κόπον—με δύο λέξεις· αλλά να κάμη όμως κανείς εκλογήν μεταξύ ευχαρίστων και ωφελίμων —όταν πρόκειται να σκεφθή περί δημοσίων υποθέσεων, δεν είνε πλέον εξ ίσου εύκολον, ως όταν επρόκειτο περί των ευχών —αλλά πρέπει να προτιμά κανείς τα ωφελιμώτατα αντί των ευχαρίστων—αν δεν είνε δυνατόν να παίρνη και τα δύο μαζί—ευχάριστα και ωφέλιμα… | [18] καὶ νῦν, οὐ λέγει τις τὰ βέλτιστα· ἀναστὰς ἄλλος εἰπάτω, μὴ τοῦτον αἰτιάσθω. ἕτερος λέγει τις βελτίω· ταῦτα ποιεῖτ᾽ ἀγαθῇ τύχῃ. ἀλλ᾽ οὐχ ἡδέα ταῦτα· οὐκέτι τοῦθ᾽ ὁ λέγων ἀδικεῖ–πλὴν εἰ δέον εὔξασθαι παραλείπει. εὔξασθαι μὲν γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ῥᾴδιον, εἰς ταὐτὸ πάνθ᾽ ὅσα βούλεταί τις ἁθροίσαντ᾽ ἐν ὀλίγῳ· ἑλέσθαι δ᾽, ὅταν περὶ πραγμάτων προτεθῇ σκοπεῖν, οὐκέθ᾽ ὁμοίως εὔπορον, ἀλλὰ δεῖ τὰ βέλτιστ᾽ ἀντὶ τῶν ἡδέων, ἂν μὴ συναμφότερ᾽ ἐξῇ, λαμβάνειν. |
| Εάν δε δύναται κανείς και τα θεωρικά να μας αφήση και άλλα μέσα προς προμήθειαν χρημάτων διά τας στρατιωτικάς ανάγκας να προτείνη, αυτός δεν είνε καλύτερος; ημπορεί να μου ειπή κανένας. Βεβαίως, το παραδέχομαι —θα απαντήσω—ότι αυτός είνε καλύτερος — αν ημπορή να ευρεθή, ώ Αθηναίοι, τέτοιος άνθρωπος· αλλά μου φαίνεται παράξενον, αν ποτέ συνέβη εις κανένα άνθρωπον ή θα συμβή η ευτυχία αυτή: να εξοδεύση εκεί όπου δεν πρέπει τα υπάρχοντα χρήματα του και έπειτα να έχη αφθονίαν χρημάτων, εκεί όπου πρέπει—και μάλιστα από μέσα μέλλοντα, αβέβαια, ανύπαρκτα! Αλλά, καθώς φρονώ, μεγάλως βοηθεί και ενισχύει τους τοιούτους λόγους —το ότι είνε δυνατόν και τα θεωρικά να αφήσουν και άλλους πόρους να εύρουν—του καθενός η επιθυμία—διότι ποιος δεν το θέλει αυτό;—και διά τον λόγον αυτόν καταντά το μόνον εύκολον πράγμα να εξαπατήση κανείς τον εαυτόν του· διότι εκείνο το οποίον καθείς επιθυμεί, τούτο και πιστεύει ότι είνε δυνατόν, αλλά τα πράγματα πολλάκις δεν είνε εκ φύσεως τοιαύτα, ώστε να ακολουθούν τας επιθυμίας και να γίνωνται όπως τα θέλομεν. | [19] εἰ δέ τις ἡμῖν ἔχει καὶ τὰ θεωρικὰ ἐᾶν καὶ πόρους ἑτέρους λέγειν στρατιωτικούς, οὐχ οὗτος κρείττων; εἴποι τις ἄν. φήμ᾽ ἔγωγε, εἴπερ ἔστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· ἀλλὰ θαυμάζω εἴ τῴ ποτ᾽ ἀνθρώπων ἢ γέγονεν ἢ γενήσεται, ἂν τὰ παρόντ᾽ ἀναλώσῃ πρὸς ἃ μὴ δεῖ, τῶν ἀπόντων εὐπορῆσαι πρὸς ἃ δεῖ. ἀλλ᾽, οἶμαι, μέγα τοῖς τοιούτοις ὑπάρχει λόγοις ἡ παρ᾽ ἑκάστου βούλησις, διόπερ ῥᾷστον ἁπάντων ἐστὶν αὑτὸν ἐξαπατῆσαι· ὃ γὰρ βούλεται, τοῦθ᾽ ἕκαστος καὶ οἴεται, τὰ δὲ πράγματα πολλάκις οὐχ οὕτω πέφυκεν. |
| Εξετάσατε λοιπόν, ώ Αθηναίοι, όσα σας επρότεινα ανωτέρω—και εξετάσατε τα με τον τρόπον, τον οποίον εκ φύσεως τα πράγματα επιδέχονται, και τότε θα ημπορέσετε να κάμετε την εκστρατείαν και μισθόν θα έχετε. Δεν αρμόζει βέβαια εις ανθρώπους φρονίμους και ευγενείς—όταν ένεκα ελλείψεως χρημάτων παραλείπωσί τι των εις τον πόλεμον αναγκαίων—να υποφέρωσιν αναισθήτως τας τοιαύτας κατηγορίας· ουδέ αρμόζει εις ανθρώπους φρονίμους και ευγενείς εναντίον μεν των Κορινθίων και των Μεγαρέων (6) — οι οποίοι είνε Έλληνες— αρπάζοντες τα όπλα να εκστρατεύωσι, τον δε Φίλιππον — ένα βάρβαρον! — να αφήνουν να υποδουλώνη πόλεις ελληνικάς, ένεκα ελλείψεως εξόδων προς συντήρησιν των στρατιωτών!… | [20] ὁρᾶτ᾽ οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ταῦθ᾽ οὕτως, ὅπως καὶ τὰ πράγματ᾽ ἐνδέχεται καὶ δυνήσεσθ᾽ ἐξιέναι καὶ μισθὸν ἕξετε. οὔ τοι σωφρόνων οὐδὲ γενναίων ἐστὶν ἀνθρώπων, ἐλλείποντάς τι δι᾽ ἔνδειαν χρημάτων τῶν τοῦ πολέμου εὐχερῶς τὰ τοιαῦτ᾽ ὀνείδη φέρειν, οὐδ᾽ ἐπὶ μὲν Κορινθίους καὶ Μεγαρέας ἁρπάσαντας τὰ ὅπλα πορεύεσθαι, Φίλιππον δ᾽ ἐᾶν πόλεις Ἑλληνίδας ἀνδραποδίζεσθαι δι᾽ ἀπορίαν ἐφοδίων τοῖς στρατευομένοις. |
| Και ταύτα επροτίμησα να είπω, όχι διά να γίνωμαι μισητός εις μερικούς από σας· διότι εγώ δεν είμαι τόσον ανόητος ούτε τόσον απερίσκεπτος, ώστε να θέλω να με μισούν, νομίζων ότι δεν ωφελώ καθόλου, αλλά νομίζω ότι είνε καθήκον του δικαίου πολίτου να προτιμά την σωτηρίαν της πατρίδος από τα ευχάριστα λόγια. Διότι όχι μόνον εγώ έχω αυτήν την ιδέαν, αλλ’ έχω ακούσει —και θα το έχετε βέβαια ακούσει και σεις, όπως εγώ—ότι και οι επί της εποχής των προγόνων μας ρήτορες —τους οποίους επαινούσι μεν όλοι ανεξαιρέτως οι αναβαίνοντες εις το βήμα, αλλ’ ουδόλως μιμούνται—τοιαύτην συνήθειαν και συμπεριφοράν είχον—να προτιμούν την σωτηρίαν της πατρίδος από τας ευχαρίστους ομιλίας—ο περίφημος Αριστείδης ο δίκαιος, ο Νικίας ο υιός του Νικηράτου, ο συνονόματός μου Δημοσθένης και ο Περικλής. | [21] καὶ ταῦτ᾽ οὐχ ἵν᾽ ἀπέχθωμαί τισιν ὑμῶν, τὴν ἄλλως προῄρημαι λέγειν· οὐ γὰρ οὕτως ἄφρων οὐδ᾽ ἀτυχής εἰμ᾽ ἐγὼ ὥστ᾽ ἀπεχθάνεσθαι βούλεσθαι μηδὲν ὠφελεῖν νομίζων· ἀλλὰ δικαίου πολίτου κρίνω τὴν τῶν πραγμάτων σωτηρίαν ἀντὶ τῆς ἐν τῷ λέγειν χάριτος αἱρεῖσθαι. καὶ γὰρ τοὺς ἐπὶ τῶν προγόνων ἡμῶν λέγοντας ἀκούω, ὥσπερ ἴσως καὶ ὑμεῖς, οὓς ἐπαινοῦσι μὲν οἱ παριόντες ἅπαντες, μιμοῦνται δ᾽ οὐ πάνυ, τούτῳ τῷ ἔθει καὶ τῷ τρόπῳ τῆς πολιτείας χρῆσθαι, τὸν Ἀριστείδην ἐκεῖνον, τὸν Νικίαν, τὸν ὁμώνυμον ἐμαυτῷ, τὸν Περικλέα. |
| Αφ’ ότου δε εξεφύτρωσαν οι ρήτορες, οι οποίοι σας συχνοερωτούν: “τί επιθυμείτε; τί να προτείνω; τί να είπω διά να ευχαριστηθήτε;”, από τότε έχουν προδοθή τα συμφέροντα της πατρίδος χάριν της στιγμιαίας ευχαριστήσεως και συμβαίνουν τέτοια πράγματα, οποία βλέπετε, και αι μεν υποθέσεις των τοιούτων ρητόρων πηγαίνουν όλαι καλά, ενώ αι ιδικαί σας πηγαίνουν κατά διαβόλου…. | [22] ἐξ οὗ δ᾽ οἱ διερωτῶντες ὑμᾶς οὗτοι πεφήνασι ῥήτορες ‘τί βούλεσθε; τί γράψω; τί ὑμῖν χαρίσωμαι;’ προπέποται τῆς παραυτίκα χάριτος τὰ τῆς πόλεως πράγματα, καὶ τοιαυτὶ συμβαίνει, καὶ τὰ μὲν τούτων πάντα καλῶς ἔχει, τὰ δ᾽ ὑμέτερ᾽ αἰσχρῶς. |
| Αλλά προς τούτοις σκεφθήτε, ώ Αθηναίοι, ποίαν περίληψιν, ποίαν εικόνα ημπορεί κανείς να δώση των έργων, τα οποία έγιναν επί της εποχής των προγόνων, και των έργων, τα οποία έγιναν επί της εποχής σας. Θα είνε δε σύντομος η ομιλία και γνωστή σας· διότι δύνασθε να ευτυχήσετε όχι ξένα παραδείγματα, ώ Αθηναίοι, μεταχειριζόμενοι, αλλ’ ιδικά σας. | [23] καίτοι σκέψασθ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἅ τις ἂν κεφάλαι᾽ εἰπεῖν ἔχοι τῶν τ᾽ ἐπὶ τῶν προγόνων ἔργων καὶ τῶν ἐφ᾽ ὑμῶν. ἔσται δὲ βραχὺς καὶ γνώριμος ὑμῖν ὁ λόγος· οὐ γὰρ ἀλλοτρίοις ὑμῖν χρωμένοις παραδείγμασιν, ἀλλ᾽ οἰκείοις, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εὐδαίμοσιν ἔξεστι γενέσθαι. |
| Εκείνοι λοιπόν—προς ευχαρίστησιν των οποίων δεν ωμίλουν οι ρήτορες ούτε ηγάπων αυτούς, όπως δα ούτοι αγαπώσι σας (7)!—επί τεσσαράκοντα πέντε έτη είχαν την ηγεμονίαν των Ελλήνων—και την είχαν με την θέλησίν των, περισσότερα δε από δέκα χιλιάδας τάλαντα ανεβίβασαν και απεταμίευσαν εν τη Ακροπόλει, ήτο δε υπήκοος αυτών ο βασιλεύς της Μακεδονίας—όπως είνε πρέπον εις τον βάρβαρον να υπακούη εις τους Έλληνας—πολλά δε και ωραία τρόπαια έστησαν κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εκστρατεύοντες ατοί τους και όχι στέλλοντες μισθοφόρους, και μόνοι εξ όλων των ανθρώπων αφήκαν δόξαν επί των έργων στηριζομένην μεγάλην— δόξαν ανωτέραν παντός φθόνου διά το μέγεθος της! | [24] ἐκεῖνοι τοίνυν, οἷς οὐκ ἐχαρίζονθ᾽ οἱ λέγοντες οὐδ᾽ ἐφίλουν αὐτοὺς ὥσπερ ὑμᾶς οὗτοι νῦν, πέντε μὲν καὶ τετταράκοντ᾽ ἔτη τῶν Ἑλλήνων ἦρξαν ἑκόντων, πλείω δ᾽ ἢ μύρια τάλαντ᾽ εἰς τὴν ἀκρόπολιν ἀνήγαγον, ὑπήκουε δ᾽ ὁ ταύτην τὴν χώραν ἔχων αὐτοῖς βασιλεύς, ὥσπερ ἐστὶ προσῆκον βάρβαρον Ἕλλησι, πολλὰ δὲ καὶ καλὰ καὶ πεζῇ καὶ ναυμαχοῦντες ἔστησαν τρόπαι᾽ αὐτοὶ στρατευόμενοι, μόνοι δ᾽ ἀνθρώπων κρείττω τὴν ἐπὶ τοῖς ἔργοις δόξαν τῶν φθονούντων κατέλιπον. |
| Επί μεν των Ελληνικών πραγμάτων—των εξωτερικών ήσαν τοιούτοι· εις δε τα εσωτερικά παρατηρήσατε οποίοι ήσαν και εις τα κοινά και εις τα ιδιωτικά πράγματα. Και δημοσία μεν λοιπόν τοιαύτα και τοσαύτα αριστουργήματα ναών και αγαλμάτων αφήκαν, ώστε να μην ημπορούν να τους περάσουν οι μεταγενέστεροι! Ιδιωτικώς δε ήσαν τόσον μετριόφρονες και τόσον σταθεροί εις το δημοκρατικόν πολίτευμα, | [25] ἐπὶ μὲν δὴ τῶν Ἑλληνικῶν ἦσαν τοιοῦτοι· ἐν δὲ τοῖς κατὰ τὴν πόλιν αὐτὴν θεάσασθ᾽ ὁποῖοι, ἔν τε τοῖς κοινοῖς κἀν τοῖς ἰδίοις. δημοσίᾳ μὲν τοίνυν οἰκοδομήματα καὶ κάλλη τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα κατεσκεύασαν ἡμῖν ἱερῶν καὶ τῶν ἐν τούτοις ἀναθημάτων, ὥστε μηδενὶ τῶν ἐπιγιγνομένων ὑπερβολὴν λελεῖφθαι· ἰδίᾳ δ᾽ οὕτω σώφρονες ἦσαν καὶ σφόδρ᾽ ἐν τῷ τῆς πολιτείας ἤθει μένοντες, |
| ώστε η οικία του Αριστείδου και Μιλτιάδου και των άλλων της εποχής εκείνης επισήμων—αν κανείς από σας γνωρίζη τί λογής τάχα είνε—βλέπω ότι δεν είνε καθόλου μεγαλοπρεπεστέρα από την οικίαν του γείτονος· διότι εκείναι εδιοικούσαν την πατρίδα, όχι διά να πλουτήσουν, αλλά καθένας τους ενόμιζε καθήκον του να αυξήση αυτήν. Και επειδή εδιοικούσαν τα ελληνικά πράγματα με τέτοιον τρόπον, ώστε οι Ελληνες να έχωσιν εμπιστοσύνην εις αυτούς, τα των θεών δε με ευσέβειαν, τα δε αναμεταξύ των με ισότητα, διά τούτο απέκτησαν μεγάλην ευτυχίαν—και δικαίως! | [26] ὥστε τὴν Ἀριστείδου καὶ τὴν Μιλτιάδου καὶ τῶν τότε λαμπρῶν οἰκίαν εἴ τις ἄρ᾽ οἶδεν ὑμῶν ὁποία ποτ᾽ ἐστίν, ὁρᾷ τῆς τοῦ γείτονος οὐδὲν σεμνοτέραν οὖσαν· οὐ γὰρ εἰς περιουσίαν ἐπράττετ᾽ αὐτοῖς τὰ τῆς πόλεως, ἀλλὰ τὸ κοινὸν αὔξειν ἕκαστος ᾤετο δεῖν. ἐκ δὲ τοῦ τὰ μὲν Ἑλληνικὰ πιστῶς, τὰ δὲ πρὸς τοὺς θεοὺς εὐσεβῶς, τὰ δ᾽ ἐν αὑτοῖς ἴσως διοικεῖν μεγάλην εἰκότως ἐκτήσαντ᾽ εὐδαιμονίαν. |
| Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν ευρίσκοντο τότε τα πράγματα επί της εποχής των προγόνων μας, οι οποίοι μετεχειρίζοντο προστάτας τοιούτους, τους οποίους ανέφερα—τον Αριστείδην, τον Νικίαν, τον Δημοσθένη και τον Περικλέα· αλλά σήμερον εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται τα πράγματα της πατρίδος υπό την διεύθυνσιν των τιμίων και ικανών αυτών ανθρώπων; Άρα γε μήπως ευρίσκονται εις την ιδίαν ή σχεδόν ομοίαν κατάστασιν; Οι οποίοι—τα μεν άλλα, όσα ημπορεί να είπη κανείς· περί της σημερινής καταστάσεως, παραλείπω, ενώ πολλά θα ημπορούσα να είπω, αλλ’ ενώ έχομεν τόσην έλλειψιν αντιζήλων, όσην βλέπετε—διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι είνε νικημένοι, οι δε Θηβαίοι είνε απησχολημένοι και κανείς εκ των άλλων Ελλήνων δεν είνε ικανός να αντιπαραταχθή προς ημάς περί των πρωτείων—και ενώ ημπορούσαμεν και τα ιδικά μας μέρη με ασφάλειαν να κατέχωμεν και τους άλλους Έλληνας να διοικώμεν, | [27] τότε μὲν δὴ τοῦτον τὸν τρόπον εἶχε τὰ πράγματ᾽ ἐκείνοις, χρωμένοις οἷς εἶπον προστάταις· νυνὶ δὲ πῶς ἡμῖν ὑπὸ τῶν χρηστῶν τούτων τὰ πράγματ᾽ ἔχει; ἆρά γ᾽ ὁμοίως ἢ παραπλησίως; οἷς –τὰ μὲν ἄλλα σιωπῶ, πόλλ᾽ ἂν ἔχων εἰπεῖν, ἀλλ᾽ ὅσης ἅπαντες ὁρᾶτ᾽ ἐρημίας ἐπειλημμένοι, [καὶ] Λακεδαιμονίων μὲν ἀπολωλότων, Θηβαίων δ᾽ ἀσχόλων ὄντων, τῶν δ᾽ ἄλλων οὐδενὸς ὄντος ἀξιόχρεω περὶ τῶν πρωτείων ἡμῖν ἀντιτάξασθαι, ἐξὸν δ᾽ ἡμῖν καὶ τὰ ἡμέτερ᾽ αὐτῶν ἀσφαλῶς ἔχειν καὶ τὰ τῶν ἄλλων δίκαια βραβεύειν, |
| εν τούτοις έχομεν χάσει με όλ’ αυτά χώραν ιδικήν μας—τας εν Θράκη και Μακεδονία κτήσεις μας, έχομεν εξοδεύσει περισσότερα από χίλια πεντακόσια τάλαντα αδίκως εις τον πόλεμον της Αμφιπόλεως, τους συμμάχους δε, τους οποίους απεκτήσαμεν κατά τον Βοιωτικόν πόλεμον, αυτοί οι τωρινοί πολιτικαί μας τους έχουν χάσει, ενώ είνε ειρήνη, και τέλος τόσον μέγαν εχθρόν—τον Φίλιππον εναντίον μας έχομεν εξασκήσει, έχομεν προετοιμάσει!… !… Ή ας αναβή όποιος θέλει εις το βήμα και ας μου αποδείξη από που αλλού, αν όχι από ημάς τους ιδίους, έχει γίνει ισχυρός ο Φίλιππος. Ποίος θα τολμήση ή ποίος θα ημπορέση! | [28] ἀπεστερήμεθα μὲν χώρας οἰκείας, πλείω δ᾽ ἢ χίλια καὶ πεντακόσια τάλαντ᾽ ἀνηλώκαμεν εἰς οὐδὲν δέον, οὓς δ᾽ ἐν τῷ πολέμῳ συμμάχους ἐκτησάμεθα, εἰρήνης οὔσης ἀπολωλέκασιν οὗτοι, ἐχθρὸν δ᾽ ἐφ᾽ ἡμᾶς αὐτοὺς τηλικοῦτον ἠσκήκαμεν. ἢ φρασάτω τις ἐμοὶ παρελθών, πόθεν ἄλλοθεν ἰσχυρὸς γέγονεν ἢ παρ᾽ ἡμῶν αὐτῶν Φίλιππος. |
| Αλλά, ω φίλε μου—ημπορεί κανείς να μου είπη—αν τα εξωτερικά μας πράγματα ευρίσκονται εις κακήν κατάστασιν, τα εντός της πόλεώς μας όμως είνε εις καλυτέραν κατάστασιν τόρα. Και τί ημπορούσε να είπη κανείς, εάν ήθελε; Τας πολεμίστρας, τας οποίας ασβεστώνομεν και τους δρόμους, τους οποίους επιδιορθώνομεν και τας βρύσεις και τας άλλας φλυαρίας; Στρέψατε λοιπόν τα βλέμματα σας προς εκείνους, όσοι πολιτευόμενοι κάμνουν αυτά, των οποίων άλλοι μεν από πτωχοί που ήσαν έγιναν πλούσιοι, άλλοι δε εξ αδόξων έντιμοι, άλλοι δε έχουσι κατασκευάσει τας ιδιωτικάς των οικίας μεγαλοπρεπεστέρας των δημοσίων οικοδομημάτων, διότι, όσω τα της πόλεως ηλαττώθησαν, τόσω τα ιδικά των ηυξήθησαν και αυξάνονται!… | [29] ἀλλ᾽, ὦ τᾶν, εἰ ταῦτα φαύλως, τά γ᾽ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει νῦν ἄμεινον ἔχει. καὶ τί ἂν εἰπεῖν τις ἔχοι; τὰς ἐπάλξεις ἃς κονιῶμεν, καὶ τὰς ὁδοὺς ἃς ἐπισκευάζομεν, καὶ κρήνας, καὶ λήρους; ἀποβλέψατε δὴ πρὸς τοὺς ταῦτα πολιτευομένους, ὧν οἱ μὲν ἐκ πτωχῶν πλούσιοι γεγόνασιν, οἱ δ᾽ ἐξ ἀδόξων ἔντιμοι, ἔνιοι δὲ τὰς ἰδίας οἰκίας τῶν δημοσίων οἰκοδομημάτων σεμνοτέρας εἰσὶ κατεσκευασμένοι, ὅσῳ δὲ τὰ τῆς πόλεως ἐλάττω γέγονεν, τοσούτῳ τὰ τούτων ηὔξηται. |
| Τί λοιπόν είνε το αίτιον όλων αυτών; και διατί τάχα τότε όλα ανεξαιρέτως ευρίσκοντο εις καλήν κατάστασιν και τόρα όχι; Ιδού διατί· διότι πρότερον ο λαός, επειδή είχε την τόλμην να εκστρατεύη μόνος του και όχι διά μισθοφόρων, όπως τόρα, και επειδή οι πόλεμοι εμβάλλουσι φρόνημα εις τας ψυχάς , και την συναίσθησιν της αξίας, διά τούτο ήτο δεσπότης και κύριος όλων των αγαθών και καθείς εκτός των πολιτικών ήτο ευχαριστημένος να λάβη μέρος παρά του λαού—ακούετε; παρά του λαού!—και εις καμμίαν τιμήν και εις καμμίαν εξουσίαν και εν γένει εις κανένα αγαθόν, | [30] τί δὴ τὸ πάντων αἴτιον τούτων, καὶ τί δή ποθ᾽ ἅπαντ᾽ εἶχε καλῶς τότε, καὶ νῦν οὐκ ὀρθῶς; ὅτι τότε μὲν πράττειν καὶ στρατεύεσθαι τολμῶν αὐτὸς ὁ δῆμος δεσπότης τῶν πολιτευομένων ἦν καὶ κύριος αὐτὸς ἁπάντων τῶν ἀγαθῶν, καὶ ἀγαπητὸν ἦν παρὰ τοῦ δήμου τῶν ἄλλων ἑκάστῳ καὶ τιμῆς καὶ ἀρχῆς καὶ ἀγαθοῦ τινος μεταλαβεῖν· |
| τόρα δε το εναντίον έχει συμβή: κύριοι των αγαθών είνε οι πολιτικοί και δι’ αυτών όλα ανεξαιρέτως γίνονται! Σεις δε ο λαός, επειδή και το φρόνημα και το σθένος της ψυχής σας έχει παραλύσει και έχετε γυμνωθή από χρήματα και συμμάχους, έχετε καταντήσει σαν υπηρέται και σαν ένα πράγμα πρόσθετον, πάρεργον, αρκούμενοι, αν σας μοιράζουν ολίγα θεωρικά ή αν θα εορτάσουν ούτοι οι πολιτευόμενοι σας με πομπήν και φαγοπότια τα Βοηδρόμια— την γνωστήν του Απόλλωνος εορτήν. Και εκείνο το οποίον προ πάντων αποδεικνύει ότι είσθε άνδρες (1) είνε το εξής: ότι και χάριν τους γνωρίζετε—τους ευγνωμονείτε, διατί; διά τα ιδικά σας πράγματα! Οι δε πολιτικοί, αφού σας έκλεισαν —διά της ειρηνικής των πολιτικής, εντός της πόλεως ως εντός κλωβού, όπως οι θηριοτρόφοι τα θηρία, σας σύρουσιν εις ταύτα—τα θεωρικά και τας εορτάς και τα δημόσια συμπόσια — και σας εξημερώνουν—ίνα ημερευόμενοι κάθησθε εις τα σπίτια σας και τους επιτρέπετε να σας διοικούν—και σας κάνουν του χεριού των!… | [31] νῦν δὲ τοὐναντίον κύριοι μὲν οἱ πολιτευόμενοι τῶν ἀγαθῶν, καὶ διὰ τούτων ἅπαντα πράττεται, ὑμεῖς δ᾽ ὁ δῆμος, ἐκνενευρισμένοι καὶ περιῃρημένοι χρήματα, συμμάχους, ἐν ὑπηρέτου καὶ προσθήκης μέρει γεγένησθε, ἀγαπῶντες ἐὰν μεταδιδῶσι θεωρικῶν ὑμῖν ἢ Βοηδρόμια πέμψωσιν οὗτοι, καὶ τὸ πάντων ἀνδρειότατον, τῶν ὑμετέρων αὐτῶν χάριν προσοφείλετε. οἱ δ᾽ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει καθείρξαντες ὑμᾶς ἐπάγουσ᾽ ἐπὶ ταῦτα καὶ τιθασεύουσι χειροήθεις αὑτοῖς ποιοῦντες. |
| Αλλά ποτέ δεν είνε δυνατόν, καθώς φρονώ, να αποκτήσουν μέγα και γενναίαν φρόνημα οι άνθρωποι, οι οποίοι καταγίνονται εις μικρά και πρόστυχα πράγματα· διότι όποια είνε τα επαγγέλματα και ο τρόπος της ζωής των ανθρώπων, τοιούτον κατ’ ανάγκην είνε και το φρόνημα των! Και μα τον θεόν δεν θα παραξενευθώ καθόλου, αν αυτά που σας είπα, βλάψουν περισσότερον εμέ, που τα είπα, παρά εκείνους που τα έκαμαν διότι και ελευθερία λόγου δεν υπάρχει περί όλων των πραγμάτων και πάντοτε ενώπιον σας—και μάλιστα εγώ τουλάχιστον παραξενεύομαι πώς και τόρα έως τόρα εδόθη τοιαύτη εις εμέ!.. | [32] ἔστι δ᾽ οὐδέποτ᾽, οἶμαι, μέγα καὶ νεανικὸν φρόνημα λαβεῖν μικρὰ καὶ φαῦλα πράττοντας· ὁποῖ᾽ ἄττα γὰρ ἂν τἀπιτηδεύματα τῶν ἀνθρώπων ᾖ, τοιοῦτον ἀνάγκη καὶ τὸ φρόνημ᾽ ἔχειν. ταῦτα μὰ τὴν Δήμητρ᾽ οὐκ ἂν θαυμάσαιμ᾽ εἰ μείζων εἰπόντι ἐμοὶ γένοιτο παρ᾽ ὑμῶν βλάβη τῶν πεποιηκότων αὐτὰ γενέσθαι· οὐδὲ γὰρ παρρησία περὶ πάντων ἀεὶ παρ᾽ ὑμῖν ἐστιν, ἀλλ᾽ ἔγωγ᾽ ὅτι καὶ νῦν γέγονεν θαυμάζω. |
| Αφού λοιπόν αυτά έχουν τοιουτοτρόπως, εάν—όχι πρωτύτερα, αλλά τουλάχιστον τόρα— θελήσετε να εκστρατεύσετε και να κάμετε ότι η αξιοπρέπεια σας επιβάλλει και τα περισσεύματα του προϋπολογισμού σας—τα θεωρικά—μεταχειρισθήτε ως μέσα προς απόκτησιν των εκτός της Αττικής αγαθών, ίσως, και ίσως τότε, ώ Αθηναίοι, αποκτήσετε κάποιο αγαθόν μέγα και διαρκές και απαλλαγήτε των τοιούτων αθέμιτων απολαυών (8) απολαυών, που ομοιάζουν προς τροφάς, αι οποίαι δίδονται υπό των ιατρών προς τους ασθενείς. Διότι, όπως και εκείναι ούτε καμμίαν δύναμιν δίδουν εις τον ασθενή ούτε και να αποθάνη τον αφήνουν, έτσι και αυτά, τα οποία σεις τόρα μοιράζεσθε αναμεταξύ σας· ούτε είνε τόσα πολλά, ώστε να παρέχουν κάποιαν ωφέλειαν διαρκή, ούτε σας αφήνουν πάλιν να κάμετε τίποτε άλλο—σπουδαιότερον, αφού αλλάξετε γνώμην και παύσετε να τα μοιράζεσθε· αλλ’ όμως είνε αρκετά, ώστε να επαυξάνουν την οκνηρίαν του καθενός σας. | [33] ἐὰν οὖν ἀλλὰ νῦν γ᾽ ἔτι ἀπαλλαγέντες τούτων τῶν ἐθῶν ἐθελήσητε στρατεύεσθαί τε καὶ πράττειν ἀξίως ὑμῶν αὐτῶν, καὶ ταῖς περιουσίαις ταῖς οἴκοι ταύταις ἀφορμαῖς ἐπὶ τὰ ἔξω τῶν ἀγαθῶν χρῆσθαι, ἴσως ἄν, ἴσως, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τέλειόν τι καὶ μέγα κτήσαισθ᾽ ἀγαθὸν καὶ τῶν τοιούτων λημμάτων ἀπαλλαγείητε, ἃ τοῖς [ἀσθενοῦσι] παρὰ τῶν ἰατρῶν σιτίοις [διδομένοις] ἔοικε. καὶ γὰρ ἐκεῖν᾽ οὔτ᾽ ἰσχὺν ἐντίθησιν οὔτ᾽ ἀποθνῄσκειν ἐᾷ· καὶ ταῦθ᾽ ἃ νέμεσθε νῦν ὑμεῖς, οὔτε τοσαῦτ᾽ ἐστὶν ὥστ᾽ ὠφέλειαν ἔχειν τινὰ διαρκῆ, οὔτ᾽ ἀπογνόντας ἄλλο τι πράττειν ἐᾷ, ἀλλ᾽ ἔστι ταῦτα τὴν ἑκάστου ῥᾳθυμίαν ὑμῶν ἐπαυξάνοντα. |
| Λοιπόν συ—θα είπη κανείς—προτείνεις τα θεωρικά να γίνουν μισθός στρατιωτικός; Μάλιστα! αυτό προτείνω· αλλά συγχρόνως προτείνω και εν άλλο: να κανονισθούν όλα ανεξαιρέτως όπως τα στρατιωτικά, ώ Αθηναίοι, ίνα παίρνων καθένας εκ των χρημάτων του δημοσίου ό,τι του πέφτει εις το μερίδιόν του να είνε συγχρόνως ό,τι τον χρειάζεται η πατρίς. Δηλαδή είνε επιτετραμμένον να ζώμεν εν ειρήνη; Εάν μένη εν τη πατρίδι, να ζη ευτυχής, διότι λαμβάνων το μερίδιόν του θα είνε απηλλαγμένος από την ανάγκην του να κάμνη τίποτε αισχρόν ένεκα ενδείας—διότι με αυτά θα ημπορή να εξοικονομή τα της πρώτης ανάγκης. Συμβαίνει πόλεμος, όπως τώρα; Εάν έχη στρατεύσιμον ηλικίαν να λαμβάνη και αυτός το μερίδιόν του, αλλά με τα ίδια χρήματα. που θα λαμβάνη, να υπηρετή ως στρατιώτης την πατρίδα, όπως άλλως τε είνε και δίκαιον. Έχει κανείς από σας περάσει την στρατεύσιμον ηλικίαν—είνε άνω των 60 ετών; Να παίρνη και αυτός το μερίδιόν του, αλλ’ όσα παίρνει τόρα χωρίς να προσφέρη καμμίαν υπηρεσίαν ή ωφέλειαν εις την πατρίδα, να τα παίρνη εις το εξής—και μάλιστα να παίρνη το ίδιον ποσόν με τον στρατιώτην—αλλ’ επιβλέπων και διευθύνων τα της πατρίδος—ως βουλευτής, — εκκλησιαστής, δικαστής κλπ. | [34] οὐκοῦν σὺ μισθοφορὰν λέγεις; φήσει τις. καὶ παραχρῆμά γε τὴν αὐτὴν σύνταξιν ἁπάντων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἵνα τῶν κοινῶν ἕκαστος τὸ μέρος λαμβάνων, ὅτου δέοιθ᾽ ἡ πόλις, τοῦθ᾽ ὑπάρχοι. ἔξεστιν ἄγειν ἡσυχίαν· οἴκοι μένων βελτίων, τοῦ δι᾽ ἔνδειαν ἀνάγκῃ τι ποιεῖν αἰσχρὸν ἀπηλλαγμένος. συμβαίνει τι τοιοῦτον οἷον καὶ τὰ νῦν· στρατιώτης αὐτὸς ὑπάρχων ἀπὸ τῶν αὐτῶν τούτων λημμάτων, ὥσπερ ἐστὶ δίκαιον ὑπὲρ τῆς πατρίδος. ἔστι τις ἔξω τῆς ἡλικίας ὑμῶν· ὅσ᾽ οὗτος ἀτάκτως νῦν λαμβάνων οὐκ ὠφελεῖ, ταῦτ᾽ ἐν ἴσῃ τάξει λαμβάνων πάντ᾽ ἐφορῶν καὶ διοικῶν ἃ χρὴ πράττεσθαι. |
| Εν γένει δε με τον τρόπον αυτόν χωρίς να αφαιρέσω ούτε να προσθέσω τίποτε, αλλ’ ολίγον μόνον διορθώσας την αταξίαν της διανομής, κατορθώνω να φέρω μίαν τάξιν εις την πόλιν του να λαμβάνη καθένας εκ των θεωρικών μισθόν διά την στρατιωτικήν του υπηρεσίαν, διά την δικαστικήν και εν γένει διά πάσαν υπηρεσίαν, την οποίαν αναλόγως της ηλικίας και αναλόγως των περιστάσεων προσφέρει εις την πατρίδα. Είνε ολίγον αυτό; Αλλ’ εις την πρότασιν μου αυτήν δεν ανέφερα, νομίζω, εις κανέν μέρος, ότι πρέπει να διαμοιράζωνται τα χρήματα εκείνων οι οποίοι υπηρετούν την πατρίδα εις ανθρώπους που δεν κάμνουν τίποτε, ούτε ότι αυτοί μεν να μένουν αργοί και να μη φροντίζωσι διά τίποτε και να στερώνται ένεκα της μικράς απολαυής των δύο οβολών, ενώ ημπορούν να πλουτούν από τον πόλεμον, και να μανθάνουν ότι οι μισθωτοί στρατιώται του δείνα νικούν· διότι αυτά συμβαίνουν τόρα. Και δεν κατηγορώ, όχι, πάντα όστις σας υπηρετεί, αλλά και από σας απαιτώ να ενεργήτε χάριν του εαυτού σας εκείνα διά τα οποία άλλους εκτιμάτε και να μη εγκαταλείπετε εις άλλους, ω Αθηναίοι, την ηγεμονίαν της Ελλάδος, την οποίαν οι πρόγονοι σάς αφήκαν, αποκτήσαντες αυτήν με πολλούς και ένδοξους αγώνας και κινδύνους!.. Είπα σχεδόν όσα νομίζω ότι είνε συμφέροντα· σεις δε είθε να εκλέξητε εκείνο, το οποίον θα είνε ωφέλιμον και εις την πόλιν εν γένει και εις καθένα από σας ιδιαιτέρως!.. Είθε!.. | [35] ὅλως δ᾽ οὔτ᾽ ἀφελὼν οὔτε προσθείς, πλὴν μικρῶν, τὴν ἀταξίαν ἀνελὼν εἰς τάξιν ἤγαγον τὴν πόλιν, τὴν αὐτὴν τοῦ λαβεῖν, τοῦ στρατεύεσθαι, τοῦ δικάζειν, τοῦ ποιεῖν τοῦθ᾽ ὅ τι καθ᾽ ἡλικίαν ἕκαστος ἔχοι καὶ ὅτου καιρὸς εἴη, τάξιν ποιήσας. οὐκ ἔστιν ὅπου μηδὲν ἐγὼ ποιοῦσι τὰ τῶν ποιούντων εἶπον ὡς δεῖ νέμειν, οὐδ᾽ αὐτοὺς μὲν ἀργεῖν καὶ σχολάζειν καὶ ἀπορεῖν, ὅτι δ᾽ οἱ τοῦ δεῖνος νικῶσι ξένοι, ταῦτα πυνθάνεσθαι· ταῦτα γὰρ νυνὶ γίγνεται. |
1) Την θεραπείαν των κακώς εχόντων διέβλεπεν εις την κατάργησιν των θεωρικών, αλλά δεν ήξευρε με ποίον τρόπον να το είπη, διότι υπήρχεν αυστηρότατος νόμος, όστις επέβαλλε θάνατον εις πάντα προτείνοντα την κατάργησίν των.
2) Έκειτο επί της Προποντίδος.
3) Αντιστοιχεί προς το διάστημα 15 Νοεμβρίου- 15 Δεκεμβρίου.
4) Οι τρεις πρώτοι μήνες του αττικού έτους διάστημα αντιστοιχούν προς το ιδικόν μας από 15 Ιουλίου- 15 Οκτωβρίου.
5) Ετελούντο κατ’ έτος το α’ δεκαήμερον του Οκτωβρίου.
6) Εννοεί τας παλαιάς εκστρατείας των Αθηναίων εναντίον των Κορινθίων και Μεγαρέων.
7) Ειρωνικώς.
8) Εννοεί την απολαυήν των.
CRETAN MUSIC
e-ΡΑΔΙΟ
Yahoo Music Radio
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
ΕΡΤ
Η ΠΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΤΗΝ TOOLBAR ΜΑΣ-ΕΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ΚΡΗΤΗ
ΛΕΒΕΝΤΟΓΕΝΝΑ
ΜΑΓΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ
ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΟΡΡΕ – ΠΝΟΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Ο ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟΣ
Ο ΚΑΙΡΟΣ
ΧΙΟΥΜΟΡ
Athens Time
ΣΧΟΛΙΑ